Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Κατανάλωση και δυναμική του κεφαλαίου



Ιανουάριος 2013 , Jacques Wajnsztejn


11 - Το φαινόμενο της κατανάλωσης είναι έξω από το μαρξισμό που δεν του αναγνωρίζει παρά  ένα ελάχιστο χαρακτήρα, που ορίζεται τόσο ως το σχετικό και ιστορικό επίπεδο διαβίωσης όσο και ως σύνδεση με τις "ανάγκες 1  . " Ο σιδερένιος νόμος των μισθών του Ρικάρντο, υποτίθεται ότι θα φέρνει συνεχώς τους μισθούς στο επίπεδο διαβίωσης. Οι μαρξιστές το επαναλαμβάνουν στη συνέχεια αυτό, χωρίς καμία πραγματική συζήτηση, μαζί με τις θεωρίες της σχετικής φτώχειας και της απόλυτης φτώχειας. Δεν υπήρξε εκεί καμία ηθική θέση όπως μπορεί να βρεθεί στους αναρχικούς, αλλά μόνο μια θέση που έλαβε υπόψη τις συνέπειες από την ανάλυση της συσσώρευσης του κεφαλαίου, ως δημιουργίας μιας ολοένα μεγαλύτερης δυσαναλογίας, μεταξύ του τομέα των προϊόντων της παραγωγής και των καταναλωτικών προϊόντων, υπέρ των πρώτων. Αυτή η δυσαναλογία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση του ποσοστού κέρδους και σε κυκλικές κρίσεις 2 . Αλλά ο Schumpeter αναπτύσσει, έναν αιώνα αργότερα, την ιδέα ότι οι επενδύσεις δεν εξυπηρετούν μόνο την συσσώρευση των μέσων παραγωγής. Ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος πάει στην καινοτομία υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή, όχι μόνο σε τεχνικές καινοτομίες στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και σε καινοτομίες προϊόντων στα καταναλωτικά πρότυπα και στις μεθόδους οργάνωσης και διαχείρισης.

22 - Ο καταναλωτισμός δεν είναι επομένως μια ιδεολογία. Αυτές οι καινοτομίες μετατρέπουν τόσο τις συνθήκες εργασίας όσο και τον τρόπο ζωής στο πεδίο ενός φορντισμού που θεωρούσε με τον Κέινς ότι οι μισθοί δεν είναι μόνο το κόστος εργασίας, αλλά και εισόδημα για τους εργαζόμενους που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως πιθανοί πελάτες 3 . Οι θεωρίες του Κέινς θα εμπνεύσουν τις πολιτικές όλων των μεγάλων βιομηχανικών χωρών μετά το 1945, τις πολιτικές των συλλογικών συμβάσεων εργοδοτών / σωματείων, με την διαιτησία του κράτους, με τη μορφή της «πρόνοιας». Βασίζονται σε ένα δώστε για να δώσουμε (donnant-donnant) (σήμερα θα λέγαμε gagnant-gagnant), μεταξύ μιας αποδοχής από τους εργαζομένους της αύξησης της παραγωγικότητας και ως εκ τούτου των υψηλών ρυθμών εργασίας, από τη μία πλευρά, σε αντάλλαγμα για τη συνεχή αύξηση της αγοραστικής δύναμης από την άλλη. Όλα διαιτητεύονται από το κράτος π.χ. στη Γαλλία, με την εισαγωγή του κατώτατου εγγυημένου μισθού (SMIG) και στην συνέχεια του κατώτατου μισθού σε συνάρτηση νε την αγοραστική δύναμη (SMIC), ο τελευταίος έχει μια ελαφρώς μεγαλύτερη φιλοδοξία, υπό την έννοια ότι δεν είναι μόνο ένα πάτωμα αναφοράς των μισθών, αλλά συνοδεύει την ανάπτυξη με την προσαρμογή στο ρυθμό της και υποτίθεται ότι παράγει ένα φαινόμενο κάλυψης προς όφελος των χαμηλών μισθών. Ακολουθεί, μια αργή αλλά συνεχής αύξηση του μεριδίου των μισθών στην διανομή της προστιθέμενης αξίας.
3Αυτές είναι οι λεγόμενες πολιτικές των "εισοδημάτων" που εγκαθιστούν ένα κοινωνικό κανόνα κατανάλωσης 4 και προσπαθούν να θεσμοθετήσουν την οικονομική πάλη των τάξεων, υπό τη μορφή των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Πίσω από αυτές τις πολιτικές των εισοδημάτων  εκφράζεται η θέση σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη οδηγείται από την συνολική ζήτηση (κατανάλωση των νοικοκυριών και επενδύσεις των επιχειρήσεων) και όχι από την προσφορά (παραγωγή και εξοικονόμηση) και ότι αυτή η ζήτηση αυξάνεται περαιτέρω, εάν οι πολιτικές των εισοδημάτων ευνοούν τους χαμηλούς και μέσους μισθούς, στο βαθμό που η "ροπή" τους (= τάση) να καταναλώνουν, είναι μεγαλύτερη από αυτή των υψηλών μισθών 5 .
4Αυτές οι νέες μορφές της καινοτομίας, επιτρέπουν μια αποδοτική χρήση των γνώσεων, σε πάγιο κεφάλαιο και σε εργασία με λίγη ή καθόλου εξειδίκευση, βελτιώνοντας έτσι την παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής, που θα διευκολύνουν την παραγωγή σε σειρά, την μείωση του κόστους ανά μονάδα προϊόντος και των τιμών και, συνεπώς, την μαζική κατανάλωση. Συμβάλλουν στη μετάβαση από μια αστική κοινωνία σε μια εισοδηματική κοινωνία που δεν βασίζεται πλέον στον ταξικό ανταγωνισμό, αλλά σε θεσμούς πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ενσωμάτωσης, ένα από τα καθήκοντα των οποίων ήταν να ταιριάζει την μαζικοποίηση και τον εκδημοκρατισμό με την αύξηση της κατανάλωσης, η οποία είναι κατανάλωση εμπορεύσιμων προϊόντων ή μη-εμπορεύσιμων όπως στους τομείς της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της επικοινωνίας.

53 - Αυτή η σχέση μεταξύ της κατανάλωσης και της δημοκρατίας είναι θεμελιώδης. Ωστόσο, δεν έχει πραγματικά αναγνωριστεί και αξιοποιηθεί από την κριτική, που υιοθέτησε συχνά μια ηθική στάση σχετικά με την κατανάλωση ή προβάλλει τις ελλείψεις της θεωρίας των αναγκών του Μαρξ, τις σχέσεις μεταξύ των αναγκών και των επιθυμιών, κ.λπ.. Αυτή η σχέση μεταξύ της δημοκρατίας και της κατανάλωσης είναι θεμελιώδους σημασίας, διότι μετατρέπει εντελώς την διαδικασία της κατανάλωσης, που γίνεται όλο και πιο ποιοτική (βλ. η σημερινή απαράβατη έννοια της «άνεσης») και που κυρίως δεν στηρίζεται πλέον κατά κύριο λόγο στην ταξική διάκριση και στην υποχρεωτική διαφοροποίηση στα αντικείμενα αναγνωρισμένης αξίας, αλλά στην ομοιομορφοποίηση των τυποποιημένων προϊόντων, η διαφοροποίηση δεν συμβαίνει παρά στο επίπεδο του χρόνου (πρωτοπόρος / μιμητής) και στην ποιότητα της δεύτερης τάξης (αυτοκίνητο και φουά γκρα για τον καθένα, αλλά όχι ίδιας μάρκας ή μοντέλου).
6 Ο καταναλωτισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έλευση αυτού που ονομάζουμε «δημοκρατικό-άτομο» και για να δανειστούμε έναν δημοσιογραφικό-κοινωνιολογικό όρο, την "μέσο-όρο-ποίηση" των καπιταλιστικών κοινωνιών 6 . Στην κοινωνιολογική γλώσσα μπορούμε να πούμε ότι οι αγώνες ιεραρχίας υπερισχύουν των ταξικών αγώνων.
7Η κατανάλωση είναι σήμερα μια διαδικασία 7 που αναγεννά την ιδιωτική σφαίρα, το νοικοκυριό και την οικογένεια (βλ. την τάση cocooning ), ενώ η παραγωγή αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο έξω από τη δομή της οικογένειας, εντός της κοινότητας εργασίας. Οι πρακτικές της κατανάλωσης επομένως δεν είναι πλέον άμεσα κάτω από την επίδραση των σχέσεων παραγωγής και της τάξης, ακόμη και αν μπορεί να παίζουν ακόμα το ρόλο τους ως «έξεις», για να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του Bourdieu.
8Η παγκοσμιοποίηση αυξάνει περαιτέρω αυτό το φαινόμενο με την διάδοση του αμερικανικού τρόπου ζωής μεταξύ των εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες που έχουν επιτύχει ένα βιοτικό επίπεδο υψηλότερο από ένα απλό επίπεδο επιβίωσης και οι οποίοι έχουν επίσης την αξίωση για δημοκρατία (διεκδίκηση δωρεάν internet στην Κίνα, αγώνας για την ισότητα των φύλων στην Ινδία) και για όσους δεν το έχουν φθάσει, διάφορες μορφές πίστωσης μπορεί να χρησιμοποιηθούν παρηγορητικά: η επανάσταση του κεφαλαίου θα ήταν τίποτα χωρίς την ανθρωπολογική επανάσταση που την συνοδεύει και θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε, ότι της προηγήθηκε 8 .
94 - Η κατανάλωση έχει γίνει ένα σημαντικό στοιχείο της δυναμικής του κεφαλαίου 9 , γεγονός που δίνει δίκιο αναδρομικά στον Schumpeter. Η φυγή προς την κατανάλωση δεν συνέβη παρά στην διάρκεια της ατελείωτης συσσώρευση της εξουσίας, των κερδών και των κεφαλαίων και της επέκτασης των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλά αν υπάρχουν τα παιχνίδια και οι απολαύσεις της κατανάλωσης, υπάρχει επίσης η πραγματικότητα του κανόνα της κατανάλωσης ως εξοικονόμηση χρόνου, αντικαθιστώντας την άμεση δραστηριότητα με τη χρήση του εξοπλισμού. Ο καπιταλισμός  μεταδίδει έτσι σε ολόκληρη την κοινωνία το μυστικό της δύναμής του: την αναζήτηση της εξοικονόμησης χρόνου που επιτρέπει μια διαφορετική χρήση του χρόνου, όπως αποδεικνύεται από την αναλογία μεταξύ της παράλληλης ανάπτυξης των οικιακών συσκευών και της γυναικείας εργασίας, οι αλλαγές στη γλώσσα επίσης ( "διαχειρίσου τον χρόνο σου", "εντάξει, μπορώ να τον διαχειριστώ», κ.λπ.) ..
10Είναι αυτή η διαδικασία και πολλές άλλες που επίσης μας κάνουν να λέμε ότι βρισκόμαστε σε μια «κεφαλαιοποιημένη κοινωνία». Η κατανάλωση συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη διαδικασία εξορθολογισμού και αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο της αξιοποίησης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ό χρόνος γίνεται ο ίδιος κεφάλαιο (κεφάλαιο-χρόνος,  " πιστώσεις για εκπαίδευση," τα τσεκ για νέους επιχειρηματίες, κλπ..) που επιτρέπει να δημιουργηθούν νέες διαφοροποιήσεις μεταξύ των εργαζομένων με την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών για πρόσωπα. Υπάρχουν χρόνοι διαφορετικής "αξίας" όπως πολύ καλά έχει εκθέσει ο Α. Gorz σε διάφορα έργα.

Επικαιροποιηση

11Με την κρίση των θεσμών 10 , η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία καταργεί τις διαμεσολαβήσεις και, για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που ο ρόλος των εκλογών μειώνεται και η δυσπιστία έναντι της πολιτικής αυξάνεται, το δημοκρατικό-άτομο τίθεται σε άμεση επαφή με την ελευθερία και την ισότητα από την κατανάλωση νέων προϊόντων, την εύκολη πρόσβαση στην κοινωνική προστασία και την πίστωση. Οι ΤΠΕ (τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας) επιτάχυναν τη διαδικασία του «εκδημοκρατισμού», ενώ όλοι οι κακοί οιωνοί προέβλεπαν μια απόρριψη για το τμήμα του πληθυσμού που δεν χρησιμοποιεί τα νέα εργαλεία. Αν και η μετατροπή της θέσης των γυναικών στην εργασία επέτρεψε την ανάπτυξη της παραγωγής και της κατανάλωσης του οικιακού εξοπλισμού, η εφεύρεση της έννοιας της «νεολαίας» έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ιδανικού μοντέλου κατανάλωσης και την εκκόλαψη μίας πληθώρας νέων προϊόντων μιας χρήσης, με βάση την σμίκρυνση των τεχνολογικών αντικειμένων. Και η αφθονία των αντικειμένων / εμπορευμάτων,  παράγει μια τυποποίηση των επιθυμιών.
12Για άλλη μια φορά το κεφάλαιο όχι μόνο κυριαρχεί, αλλά ανέπτυξε νέους μηχανισμούς αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων που περιλαμβάνουν ένα μέρος υποταγής και ένα μέρος απελευθέρωσης των ατόμων. Ενώ κατά τα έτη 1960-1970 αυτοί οι μετασχηματισμοί παράγουν μερικές ρήξεις όπως τη «σύγκρουση των γενεών", την "λύσσα για ζωή" και την άρνηση της εργασίας, η επανάσταση του κεφαλαίου θα σταθεροποιήσει τις οικογενειακές σχέσεις και τις σχέσεις από γενιά σε γενιά γύρω από τις αξίες μιας νεο-νεωτερικότητας και της επιταγής να «μείνετε νέοι» και «στην μπρίζα». Αλλά, όπως και οι γυναίκες, οι νέοι αναπτύσσουν αντί-αξίες που μπορούν να διαβρώσουν το οικοδόμημα από την απαίτηση να διεκδικήσουν εκ νέου το χρόνο ή τουλάχιστον τον χρόνο για τις πρώτες και από την θέση τους, ακόμα περιθωριακή σε σχέση με την εργασία, για τους δεύτερους, που μπορεί να προκαλέσει έστω και μια μερική κριτική (βλέπε τις αρνήσεις των συμβάσεων όπως η CIP ή η CPE και παράλληλα την αμφιθυμία σε σχέση με την ευελιξία).
13Από την άλλη πλευρά, η οικολογική κριτική εισάγει ένα νέο στοιχείο σε ρήξη με την εργατική κριτική της χρήσης. Πράγματι, η τελευταία είδε στην κοινωνική επανάσταση την ανακατάληψη της αξίας χρήσης των αντικειμένων πάνω στην εμπορική πτυχή τους, αλλά χωρίς κριτική του ίδιου του αντικειμένου (η αυτοκινητοβιομηχανία CGT ζητά ακόμα σήμερα την κατασκευή αυτοκινήτων 4x4 για να σώσει τις Peugeot και Renault!), ενώ η πρώτη επιτίθεται στην ίδια την αξία χρήσης, λόγω του αρνητικού χαρακτήρα που έχει λάβει στην παραγωγή της προγραμματισμένης απαξίωσης και του αντικειμένου ως εν δυνάμει απόβλητου.
14Η οικολογική ανησυχία συμμετέχει ενεργά στην κρίση του καπιταλισμού ως τρόπος παραγωγής σε ότι κάνει η αγροτο-βιομηχανία, η βιομηχανία, οι κατασκευές και οι δημόσιες οικοδομές και ως εκ τούτου και οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους τομείς είναι υπεύθυνοι για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Αλλά αναπτύσσεται σε ρήξη με την παραγωγή που φαίνεται να είναι είτε κάτι μαγικό (αποκομμένη από την πράξη) είτε μια κατάρα (ενόχληση). Επομένως, στο αδιέξοδο. Για άλλη μια φορά, προς το παρόν τουλάχιστον, αφήνουμε στις κυρίαρχες δυνάμεις το έργο της εξεύρεσης "λύσεων" (μεγάλες διασκέψεις για το περιβάλλον, φαινόμενο του θερμοκηπίου, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ανάπτυξη της βιομηχανικής ανακύκλωσης και προσπάθεια ορισμένων εταιρειών να σταματήσουν την προγραμματισμένη απαξίωση).
15Η αμφισβήτηση των κεϋνσιανών πολιτικών για τριάντα χρόνια τώρα συμμετέχει στην συνολική κρίση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων. Η επανάσταση του κεφαλαίου έχει επιταχύνει τους αποσταθεροποιητικούς παράγοντες χωρίς να βρει κανένα νέο συμβιβασμό και οι παρούσες δυνάμεις είναι αντίρροπες με τα κράτη που γενικά επιδιώκουν να διατηρηθεί ένα σύστημα κοινωνικοποίησης των εισοδημάτων και μάλιστα να το επεκτείνουν εκεί όπου είναι σε εμβρυακή μορφή, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ οι περισσότερες εταιρείες έχουν την τάση να μην αντιλαμβάνονται τους μισθούς παρά ως κόστη και ως εκ τούτου ασκούν πίεση σε αυτούς με το πάγωμα των μισθών και / ή τις απολύσεις.

Συμπέρασμα

16Οι παρατηρήσεις αυτές σε ορισμένα αντικειμενικά στοιχεία της κατανάλωσης, στην πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου, δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε, την διατήρηση της απαραίτητης σύνδεσης μεταξύ κριτικής της εργασίας και κριτικής της κατανάλωσης.
17- κατά την περίοδο του φορντικού συμβιβασμού και της ανόδου του κράτους πρόνοιας (περίπου, τα «Τριάντα Ένδοξα Χρόνια ") εφαρμόστηκαν, σε αντίστιξη με την συγκρουσιακότητα της εργασίας, οι όροι της μαζικής κατανάλωσης, αυτό που θα ονομαστεί «καταναλωτική κοινωνία11». Όλοι οι τομείς δραστηριότητας οργανώνονται για να επιτρέψουν στην κατανάλωση να αυξηθεί πολύ πέρα από τα όρια του παρελθόντος, που δίδονται ως βασικές ανάγκες που πρέπει να ικανοποιούνται. Οι πρακτικές της αναψυχής για όλους γίνονται ένα σχεδόν κοινωνικό δικαίωμα. Αλλά αυτή η γενίκευση της κατανάλωσης εξακολουθεί να είναι σχετικά εξαρτημένη από τις κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής. Έτσι, τα κινήματα της κριτικής της εργασίας που εκφράζονται και διεκδικούν - κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία - στους νεο-προλεταριακούς αγώνες αντιτίθενται εξίσου στην μισθωτή υποδούλωση και στην αλλοτρίωση της κατανάλωσης. Θυμόμαστε το "κρύψου, αντικείμενο" στους τοίχους τον Μάη του 68, το κίνημα της  αυτο-μείωσης και των "Ινδών του εσωτερικού" στην Μπολόνια το 1977. Τα διάφορα κινήματα της κριτικής της κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων των πιο ριζοσπαστικών δεν βγήκαν μόνο από το κεφάλι κάποιων παιδιών της εγκαθίδρυσης των ΗΠΑ σπάζοντας τις απαγορεύσεις. Ήταν επίσης η πορεία των διάφορων αγώνων της εποχής και ειδικά αυτών για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και του κόσμου της. Δεν είναι παρά μόνο με την καπιταλιστική τους ενσωμάτωση ως αποτέλεσμα της ήττας, που η ηθικοποίηση της κατανάλωσης με βάση την ιδιότητα του πολίτη (ενώσεις καταναλωτών, δικαιοποίηση της εμπορικής σχέσης, κλπ.) έκανε την εμφάνισή της και έχει γίνει ένα μέσο για την κοινωνική διαχείριση της " κρίσης. "
18- με την αποτυχία της τελευταίας προλεταριακής επίθεσης, με τις αναδιαρθρώσεις της δεκαετίας του 1970 και στην συνέχεια με την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην αξία (η «επανάσταση του κεφαλαίου»), η σχέση εργασία / κατανάλωση αντιστρέφεται: σήμερα  είναι από την ικανότητα κατανάλωσης ως ένα μέτρο του επιπέδου διαβίωσης του ατόμου που τίθεται η ανάγκη της απασχόλησης (και όχι πλέον της εργασίας) ως παρόχου του εισοδήματος. 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ


Jacques Wajnsztejn

Οι συζητήσεις για τη θρησκεία μου φαίνονται μεροληπτικές από την πλευρά που απευθύνονται. Μερικές για να επισημοποιήσουν ό, τι περιλαμβάνεται σε ένα σύνταγμα (αμερικάνικο ή γαλλικό), άλλες για το πώς να εφαρμοστεί ένας νόμος (αυτός του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους), αλλά ο καθένας τις κάνει από την οπτική της δημοκρατικής κοινωνίας ενώ η θρησκεία και η ύπαρξή της - που διατηρείται ενάντια στον άνεμο και τις παλίρροιες του υλισμού, της επιστήμης και άλλων - δεν είναι ακριβώς ζήτημα της κοινωνίας (αυτόνομης ή ετερόνομης), αλλά της κοινότητας. Ωστόσο οι περισσότερες κριτικές της θρησκείας έχουν διεξαχθεί από την πλευρά του Διαφωτισμού (κατά του σκοταδισμού 16 ) ή από την άποψη της κριτικής της ψευδούς συνείδησης, (Μαρξ και το όπιο του λαού 17 ) κριτικές που προϋπέθεταν την ιδέα μιας εργαλειοποίησης της θρησκείας στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης. Η θρησκεία έπρεπε επομένως να ξεπεραστεί τόσο από το φως της λογικής όσο και της επιστήμης και της ανάπτυξης μιας πραγματικής συνείδησης.  Γνωρίζουμε τι συνέβη και στις δύο περιπτώσεις. Μερικές δημοκρατίες, περιλαμβανομένης και της Γαλλικής Δημοκρατίας, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αυτής της διαδικασίας, στο βαθμό που υποστήριξαν τις αρχές του λαϊκού έθνους-κράτους, προϊόντα ενός πολιτικού αγώνα μεταξύ φατριών της άρχουσας τάξης που προσπάθησαν να διασώσουν τα ελάχιστα με την εξεύρεση πρακτικών λύσεων για τους πιστούς. Αυτές οι λύσεις τοποθετούνταν στο πλαίσιο των μεταβατικών μέτρων που συνοδεύουν μια σταδιακή εξαφάνιση της θρησκείας. Το πρώτο βήμα ήταν να περιοριστεί στην ιδιωτική σφαίρα αφού τελικά αυτή δεν μπορούσε να αφορά, στην διάρκεια, παρά «καθυστερημένους» ανθρώπους και περιοχές, που εξακολουθούν να δίνουν διέξοδο σ’ αυτές τις πρακτικές μιας άλλης εποχής. Αυτή η "λύση", προϋποθέτει επίσης, ότι η θρησκεία δεν θεωρείται πλέον ως μια προσωπική υπόθεση και ως εκ τούτου θα μπορούσε να διαλυθεί στην φιγούρα του πολίτη. Αυτή ήταν άλλωστε και η «λύση» του Μαρξ για το εβραϊκό ζήτημα στο βιβλίο του με το ίδιο όνομα.
Αυτή η πολιτική αντίληψη της θρησκείας οφείλει τα πάντα στον Προτεσταντισμό (ο Μαρξ προέρχεται από μια οικογένεια προσηλυτισμένη") και είναι ελάχιστα χρήσιμη για την ερμηνεία της επιμονής της θρησκείας ως κοινότητα σε ορισμένες περιοχές. Μια επιμονή που προκύπτει για παράδειγμα σήμερα στις παρεξηγήσεις και τις εντάσεις που προκαλεί το πολωνικό κράτος στις διεθνείς σχέσεις στο όνομα ενός Καθολικού Χριστιανισμού και στην ανάπτυξη των φονταμενταλιστικών τάσεων για την εβραϊκή και μουσουλμανική θρησκεία, οι οποίες είναι ακριβώς, μαζί με τις προτεσταντικές σέκτες, οι φορείς της θρησκευτικής αναβίωσης σήμερα.
Αυτές οι θρησκευτικές πρακτικές αντιστοιχούν σε οράματα που δεν αναγνωρίζουν τους διαχωρισμούς που εισήχθηκαν από την καπιταλιστική νεωτερικότητα και αντιτάσσονται στον κατακερματισμένο κόσμο μας. Πράγματι, η νεωτερικότητα και ο καπιταλισμός καταστρέφουν όλες τις παλιές κοινότητες και τις διαμεσολαβήσεις τους, αλλά εκεί όπου η καταστροφή των παλαιών κοινωνικών σχέσεων είναι ισχυρότερη από ό, τι η κατασκευή του νέου τρόπου ζωής και των αναπαραστάσεων (γύρω από το ποσοτικό, τα χρήματα, την μισθωτή εργασία, το άτομο και την κατανάλωση), επανεμφανίζεται η απαίτηση μιας κοινότητας αναφοράς, ενώ δεν αποτελούν παρά κοινοτικές αναφορές 18 . Ωστόσο, η μόνη μορφή της κοινότητας που είναι σχεδόν χειροπιαστή, διότι η καταστροφή της δεν ήταν φυσική19 συμβαίνει να είναι η θρησκευτική κοινότητα, η κοινότητα των πιστών. Η φτώχεια δεν είναι η κύρια αιτία της αναβίωσης της θρησκείας.  Έγκειται περισσότερο στην ικανότητά της να παρουσιάζεται ως μια κοινότητα και να εκπληρώνει μια κοινωνική λειτουργία σε κοινωνίες ή κοινωνικές ομάδες αποδομημένες. Αυτό είναι που της δίνει ενίοτε μια "προοδευτική" σφραγίδα η οποία οδήγησε διανοούμενους όπως ο Φουκώ να επαινέσουν την ιρανική επανάσταση ή κάποιους να πουν σήμερα ότι το Ισλάμ είναι η θρησκεία των καταπιεσμένων και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει μια συμμαχία με τις ισλαμικές ομάδες 20 . Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι η θρησκεία είναι πάντα ταυτόχρονα ιεραρχική (είναι της τάξης του θεσμού), εξισωτική (κοινωνικοποιεί πλούσιους και φτωχούς, διανοούμενους και αναλφάβητους) και σεκταριστική (το «εμείς» ενάντια στο «αυτοί» ).
Σε γενικές γραμμές, η θρησκεία δεν έχει ξεπεραστεί. Άλλωστε, ο καπιταλισμός δεν ξεπερνά ποτέ τίποτα στην πραγματικότητα, η δύναμή του είναι να ενσωματώνει τις αντιφάσεις (π.χ. μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου) και να χρησιμοποιεί όλους τους αρχαϊσμούς και μοντερνισμούς υπέρ μιας δυναμικής απορρόφησης των κοινωνικοϊστορικών κινημάτων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το ζήτημα δεν είναι να γνωρίζουμε αν υπάρχει Θεός στο δολάριο ή στο Σύνταγμα, αλλά να δούμε τι κάνουν οι νεο-συντηρητικοί που είναι ωστόσο γεμάτοι νεωτερικότητα 21 . Στις αναπτυσσόμενες χώρες, καπιταλισμός και εθνικιστικός σοσιαλισμός έχουν εξίσου αποτύχει μη προσφέροντας παρά μόνο αύξηση της ανισότητας για τον πρώτο και ένα «μύθο για ένα λαμπρό αύριο» (lendemains qui chantent), για τον δεύτερο. Αλλά η θρησκεία είναι μια μορφή της αμεσότητας που είναι κατάλληλη για περιόδους κρίσης, όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση άμεσων προβλημάτων, όταν πρόκειται για τη διατήρηση ή την ανάκτηση των αναφορών. Μπροστά στις κοσμικές εντολές που συχνά λένε τα πάντα και τα αντίθετά τους, η θρησκεία χαράζει το μονοπάτι για το τι πρέπει να κάνουν, ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες.
Σε έναν κόσμο χωρίς καρδιά στον οποίο βασιλεύει ο διαχωρισμός και η εξατομίκευση, η θρησκεία παρέχει μια άμεση συμβίωση όταν οι μορφές διαμεσολάβησης που υποτίθεται ότι συνδέουν τα άτομα στη σύγχρονη δημοκρατία έρχονται σε κρίση και οι θεσμοί απορροφούνται 22και αγωνίζονται να καλύψουν τις κοινωνικές τους λειτουργίες. Η θρησκεία βρίσκει επομένως, για ορισμένους, την λατινική της ρίζα και το αρχικό της νόημα, που είναι να συνδέσει τα άτομα εντός της κοινότητας των πιστών. Αλλά αυτή η κοινότητα είναι, πρώτον, μια περιορισμένη και αποσχιστική μορφή της κοινότητας γιατί αποκλείει τους άλλους, και, δεύτερον, τείνει να αφαιρέσει ακριβώς την τάση μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας, μειώνοντας το άτομο στην κοινότητά του. Στη θρησκευτική κοινότητα αυτή η τάση προς ένα διαφορετικό μέλλον (αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ανθρώπινη κοινότητα, ένωση, κομμουνισμό, κλπ.. με τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες τους) δεν μπορεί να εκδηλωθεί επειδή ο ορίζοντας περιορίζεται από την συμμετοχή των ιδιαίτερων πεποιθήσεων των μελών. Οι πιστοί από την μια πλευρά, οι μη-πιστοί από την άλλη... Αλλά αυτή η συμμετοχή παίρνει την δύναμή της από το γεγονός ότι εμφανίζεται ως επιλογή, παράγοντας απόλυτων περιορισμών σίγουρα αλλά ως μια ηθελημένη επιλογή, ενώ η επιλογή του μη-πιστού καθορίζεται είτε από ένα εξωτερικό καθολικό μεσολαβητή που είναι τα χρήματα είτε από μια ελευθερία χωρίς αντικείμενο.  Η θρησκεία μπορεί στη συνέχεια να διακοσμηθεί με στολίδια αντι-καπιταλιστικά και αντι-ιμπεριαλιστικά (κάτω από το Ισλάμ), ή ακόμα μια ιδιαίτερη καθολικότητα κάνοντάς την το λίκνο των πολιτισμών (οι προτεσταντικές εκκλησίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνουν έκκληση για αντι-τρομοκρατικό πόλεμο κατά του Αφγανιστάν, του Ιράκ και του Ιράν, η Καθολική Εκκλησία της Πολωνίας προσπαθεί να την χαράξει στο αέτωμα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος).
Μια άλλη δύναμη του θρησκευτικού στοιχείου σήμερα είναι ότι μπορεί, στις δημοκρατικές χώρες, να παίζει ταυτόχρονα γύρω από την επιστροφή σε μια παράδοση (την κοινότητα που ξαναβρέθηκε) και μ’ ένα άνοιγμα προς την νεωτερικότητα με το θρησκευτικό στοιχείο ως δικαίωμα ακόμα μέσα στον δημόσιο χώρο. Η διαμάχη γύρω από την ισλαμική μαντίλα, τις σχολικές απουσίες για τα θρησκευτικά για τους Εβραίους μαθητές, οι απαλλαγές από την πισίνα των μαθητών με καταγωγή εβραϊκή ή μουσουλμανική, το είδος του κρέατος που σερβίρεται σε καντίνες σχολείων, δείχνουν μια νέα ικανότητα των θρησκευτικών δυνάμεων να αντιπαρατεθούν στους κοσμικούς και τους άθεους στο δικό τους έδαφος, αυτό του δικαίου, της δημοκρατίας, του ρεπουμπλικανισμού. Θα κερδίσουν κάποια αναγνώριση των κρατών και των δημόσιων εξουσιών με την ψήφιση της νομοθεσίας για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και της ισλαμοφοβίας, την καταστολή ή τουλάχιστον μομφή κατά των διαφόρων τύπων βλασφημίας, αλλά τίθενται έτσι ηθελημένα μεταξύ των άλλων μερικοτήτων των δικαιωμάτων της ταυτότητας. Κάνοντας μια καρικατούρα μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ο νόμος κατά της ισλαμοφοβίας προσεγγίζει αυτόν ενάντια στην ομοφοβία, αύριο η αναγνώριση του πιστοποιητικού παρθενίας θα συνοδεύει αυτόν του γάμου ομοφυλοφίλων.
Αντιτάσσοντας απλά σ’ αυτή την δύναμη σύλληψης της θρησκείας την ιδέα της αυτονομίας σε σχέση με αυτή της ετερονομίας είναι ελάχιστη βοήθεια όταν αυτή η αυτονομία δεν θα μπορούσε να είναι παρά αυτή του υποκειμένου (από το Διαφωτισμό) ή της τάξης (το προλεταριάτο).  Πράγματι, η κρίση του πρώτου αναφέρθηκε για πρώτη φορά τόσο από την ψυχανάλυση (Φρόυντ και Ράιχ) όσο και από τη λογοτεχνία (Musil και «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες") στις αρχές του ΧΧ αιώνα αιώνα και για το δεύτερο, οι συνθήκες της δυνατότητάς του, εξαφανίστηκαν με την πτώση του ανταγωνιστικού χαρακτήρα των τάξεων. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το υποκείμενο κατέστη μη ανιχνεύσιμο.  Επιπλέον, αν επιστρέψουμε στην έννοια του υποκειμένου, μπορούμε να πούμε ότι το μόνο υποκείμενο που υπήρξε ποτέ είναι το υποκείμενο αστός του οποίου η αυτονομία βασιζόταν στην ιδιωτική ιδιοκτησία ως κεφάλαιο για να καρποφορήσει 23 . Σήμερα, καλώς ή κακώς, δεν υπάρχουν πλέον άτομα υποκείμενα (ή τάξη υποκείμενο), αλλά μόνο άτομα των οποίων η "αυτονομία" δεν είναι πλέον παρά αυτή της «εγώ-διαχείρισης» (égogestion 24) και όχι πλέον αυτή της αυτοδιαχείρισης25 . Αυτή δεν μπορεί επομένως να είναι μια διέξοδος της επίμονης τάσης μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας. 

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (2 ΑΠΟ 2)


Δεκέμβριος του 2012 , Jacques Wajnsztejn
Posted in: Variations no 17 ( http://variations.revues.org )

Η κρίση της εργασίας

24Η κρίση της εργασίας είναι διπλή:
25- είναι κρίση του νόμου της αξίας, δηλαδή, η ακύρωση της μέτρησης της αξίας από το χρόνο εργασίας, καθώς η ζωντανή εργασία γίνεται επουσιώδης στην συνολική διαδικασία της δημιουργίας αξίας. Πρόκειται για μια κίνηση που ο Μαρξ είχε ήδη προβλέψει σε μεγάλο βαθμό στις Grundrisse και ιδιαίτερα στο έργο του «Απόσπασμα για τις μηχανές». Ωστόσο, καθώς αυτή η πρόβλεψη έρχεται σε σύγκρουση με κάθε ανάλυσή του, σχετικά με την "αναγκαία" αύξηση αυτής της ίδιας παραγωγικής εργασίας, στο πλαίσιο του κεφαλαίου και στην αντικειμενικά επαναστατική δυναμική της, ο Μαρξ θάβει αυτή την οπτική και επιστρέφει στη ρικαρδιανή θεωρία της αξίας-εργασίας.
26- είναι κρίση της εργασίας ως αξία. Εκφράζεται κατά την περίοδο 1967-1973 μέσα από αγώνες και τις πρακτικές της άρνησης της εργασίας, σε έναν κύκλο του επαναστατικού αγώνα σε όλες τις δυτικές χώρες. Όμως, μετά την αλλαγή αυτού του κύκλου της κρίσης που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι αναδιαρθρώσεις της βιομηχανίας και οι επιπτώσεις τους στις κοινωνικές σχέσεις, παράγουν μια πραγματική πρακτική κριτική της εργασίας.  Συνοδεύεται από μια αντιφατική κίνηση: δυνητικά η εργασία δεν είναι πλέον το κέντρο της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας, αλλά με τη μορφή της απασχόλησης, εξακολουθεί να είναι αυτή που καθορίζει το καθεστώς και τα δικαιώματα των ατόμων. Αυτή η αντίφαση εκφράζεται από διάφορα φαινόμενα, όπως η ασάφεια του συνθήματος της δράσης ενάντια στην ανεργία ( AC ): "Η εργασία είναι δικαίωμα, το εισόδημα είναι μια υποχρέωση." Η δήλωση του Ζοσπέν ενάντια στα μέτρα αναδιανομής (assis­ta­nat) κατά τη διάρκεια του αγώνα των ανέργων το 1998 στη Γαλλία, η μπλερική ιδεολογία της μόδας στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, οι δηλώσεις του Σαρκοζί και του Ρουαγιάλ κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2007, στοχεύουν στην επιστροφή της εργασίας ως αξία στο κέντρο της κοινωνίας εκφράζοντας μια ισχυρή τάση διατήρησης της εργασίας ως ιδεολογία και αξία, εν απουσία οποιασδήποτε πρακτικής επίλυσης του ζητήματος. Προσομοίωση των συνθηκών εργασίας, κοινωνική διαχείριση της ανεργίας, καταναγκαστική επιστροφή στην εργασία με την αφαίρεση ή την προοδευτική μείωση των διαφόρων επιδομάτων, είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί αυτό το κατόρθωμα, της διατήρησης μιας κοινωνίας της εργασίας χωρίς εργαζόμενους, όπως έχει ήδη επισημάνει η H. Arendt.
27Στο πλαίσιο αυτό, το οποίο είναι ταυτόχρονα αποπραγματοποίηση της συγκεκριμένης ζωντανής εργασίας στις απασχολήσεις όπου θριαμβεύουν οι εικονικές δραστηριότητες και η ιδεολογία της εργασίας για να δικαιολογήσουν μια αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων όπως είναι, καθίσταται δύσκολο να συνεχίσουμε να μιλάμε από την άποψη των συσχετισμών δύναμης, για να δείξουμε ότι συνεχίζεται η πάλη των τάξεων. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν συσχετισμοί δύναμης που αποκαλύπτουν ένα ιστορικά ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό ανάμεσα στις τάξεις και συσχετισμοί δύναμης γύρω από τους οποίους συνυφαίνονται οι τρόποι ρύθμισης και περνάνε ιστορικοί συμβιβασμοί. Ήδη από την εποχή των Τράντα Ένδοξων Χρόνων, η ανάπτυξη και η κοινωνική πρόοδος που συνδέονται με αυτή, βασίζονται σίγουρα στην φρενήρη εκμετάλλευση των ανειδίκευτων εργατών της αλυσίδας (αγροτικής προέλευσης ή μετανάστες), αλλά επίσης και σε μια γενικευμένη πρόσβαση στην κατανάλωση. Ο τρόπος ρύθμισης του φορντισμού συνίστατο σε μια ανταλλαγή των κερδών παραγωγικότητας έναντι της αύξησης της αγοραστικής δύναμης στο πλαίσιο του ποσοστού της προστιθέμενης αξίας, ανταλλαγή που χαρακτηρίζει τις διαπραγματεύσεις, καθώς και τις συγκρούσεις που ελέγχονται από τα συνδικάτα, για τις αναγκαίες προσαρμογές την στιγμή της ανανέωσης των συλλογικών συμβάσεων ή για την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών.  Αυτός ο καθολικός συμβιβασμός δεν εμπόδισε να αναπτυχθούν οι μεγάλοι αγώνες των εργαζομένων στην αλυσίδα σε όλες τις δυτικές βιομηχανικές χώρες.
28Οι εν λόγω συσχετισμοί δύναμης φορείς θεμελιωδών ανταγωνισμών ή πιο συχνά συμβιβασμών άξιζαν ακόμα τον όρο «συσχετισμοί δύναμης», διότι αυτές οι δυνάμεις ήταν συγκεντρωμένες και περισσότερο ή λιγότερο ενεργές, αλλά οι σημερινοί επισφαλείς δεν είναι οι εργαζόμενοι της αλυσίδας του χθες και οι αγώνες του χθες δεν είναι αυτοί του σήμερα. Το γενικό πλαίσιο είναι πιο ευνοϊκό για τις επιχειρήσεις, αλλά είναι κυρίως ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας που πασχίζει να εκφραστεί από τη στιγμή ακριβώς όπου η κρίσης της εργασίας και αποουσιαστικοποίηση του εργατικού δυναμικού έχουν υπονομεύσει τον παλιό ανταγωνισμό των τάξεων και την ίδια την ταξική πάλη. "Η επίδειξη δύναμης" δεν εκδηλώνεται πλέον παρά με τρόπο τοπικιστικό ή απελπισμένο για παράδειγμα σε ένα εργοστάσιο που απειλείται με κλείσιμο. Είναι μια αντίσταση που μπορεί να είναι ισχυρή όπως στην Continental και πολύ ισχυρότερη όταν είναι χωρίς αυταπάτες για τις πιθανότητες διάσωσης των θέσεων εργασίας.  Πράγματι, ο αγώνας επικεντρώνεται στο γεγονός του κερδίσματος της αξίας μιας δύναμης της εργασίας που έχει γίνει μη-απασχολήσιμη. Αλλά αυτή είναι μια απομονωμένη αντίσταση.
29Αυτή η κρίση της εργασίας αναφέρεται κατά πρώτο λόγο σε ένα μέρος του εργατικού δυναμικού, το οποίο έγινε απολύτως υπεράριθμο με την υποβάθμιση των επαγγελματικών προσόντων και την απαξίωση από την τεχνική πρόοδο των παλαιών δεξιοτήτων που ορίζονται από τη συλλογική εργασία (η κοινότητα των τάξεων στην εργασία που συνδέει ζωντανή εργασία και τεχνικό κεφάλαιο), υπέρ των νέων δεξιοτήτων που καθορίζονται αποκλειστικά από τον εργοδότη ή το κράτος και που αποδίδονται ατομικά, ενώ ένα άλλο μέρος, θεωρείται απαραίτητο - αλλά για πόσο καιρό; - επειδή καλύτερα εκπαιδευμένο και πιο ευέλικτο είναι περισσότερο ή λιγότερο ταυτισμένο με το κεφάλαιο ως «ανθρώπινοι πόροι». Κατά δεύτερο λόγο, αναφέρεται επίσης στο παγκόσμιο κεφάλαιο του οποίου ο αντιπρόσωπος σε εθνικό επίπεδο είναι το κράτος, επιφορτισμένο με την αναδιανομή του πλούτου. Είναι ο τρόπος που έχει το κράτος, να ανταποκριθεί στην απαίτηση του «μοιράσματος του πλούτου» και να διαιτητεύει μεταξύ των διαφόρων λύσεων, οι οποίες πρέπει να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι το εισόδημα αποσυνδέεται όλο και περισσότερο πάνω από την πραγματικά εκτελούμενη εργασία. Στο βαθμό αυτό, η «κατώτατος μισθός» δεν είναι πλέον εδώ και καιρό, η τιμή της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Ο Seillères, ο πρώην επικεφαλής του MEDEF, δήλωσε χωρίς φιοριτούρες: "Οι εργοδότες πληρώνουν τους μισθούς που απαιτεί η αγορά,  αν η κοινωνία πιστεύει ότι δεν είναι αρκετοί για να ζήσουν, ας τους συμπληρώσει! ". Το "επίδομα απασχόλησης" πηγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση, διότι αντιτίθεται τόσο την έκπτωση φόρου της ελευθεριακής δεξιάς που εφαρμόζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην απαίτηση ενός καθολικού βασικού εισοδήματος που ζητήθηκε από την εναλλακτική αριστερά. Δεν είναι επομένως μια προσπάθεια παραγωγικής κινητοποίησης (της υπεραξίας) των ανέργων που τείνει να διαλύσει το πρεκαριάτο στην ρύθμιση της αγοράς εργασίας . Η αποτυχία του RSA (σ.μ. ενεργό εισόδημα αλληλεγγύης) είναι προς την ίδια κατεύθυνση: αν παίζει το ρόλο του στην παροχή βοήθειας με την αύξηση του αριθμού των δικαιούχων, δεν παίζει το ρόλο του ως κίνητρο για την εργασία, επειδή το 60% των ανθρώπων που θα μπορούσαν να εργαστούν παίζουν συμπληρωματικά μιας επισφαλούς εργασίας που δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για να επωφεληθεί.

Κρίση της εργασιας και πρεκαριάτο

30Η ασαφής έννοια "επισφαλής" παίρνει μια διάσταση όλο και πιο ιδεολογική, όπως μπορούμε να δούμε με την ιδέα της κεντρικότητας του πρεκαριάτου 9 . Αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους:
31- Κατ 'αρχάς, τα στατιστικά στοιχεία των ροών εργασίας (εισερχόμενες και εξερχόμενες) προτιμώνται σε σχέση με αυτά των αποθεμάτων (σταθερές εξασφαλισμένες), αν και οι τελευταίες είναι πολύ πιο πολυάριθμες σε απόλυτη τιμή. Με το πρόσχημα ότι ροές σήμερα ως επί το πλείστον γίνονται επισφαλείς, προκύπτει ότι αυτή η κίνηση είναι αμείωτη και κατά συνέπεια ότι, τελικά, είναι το σύνολο του εργατικού δυναμικού που θα ξαναβρεθεί σε αυτή την κατάσταση, δείχνοντας έτσι μια νέα ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και μια νέα ενοποίηση των στάτους προς τα κάτω. Αυτό οδηγεί επίσης στην ταύτιση της νεολαίας, των γυναικών και των μεταναστών με ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού του οποίου το χαρακτηριστικό είναι να είναι επισφαλείς. Αυτό αγνοεί ότι οι απόφοιτοι ακόμα κι αν αφιερώνουν τώρα περισσότερο χρόνο για να βρουν μια σταθερή δουλειά που αντιστοιχεί στην εκπαίδευσή τους σήμερα, δεν μπορούν να συγχέονται με το 20% των νέων που εγκαταλείπουν χωρίς κανένα δίπλωμα ή προσόν το σχολικό σύστημα, ξεχνά επίσης, ότι το επίπεδο της εκπαίδευσης και των προσόντων των γυναικών αυξάνεται συνεχώς και ξεχνά τελικά ότι για τους μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς η κοινωνική κινητικότητα δεν είναι μια κενή λέξη. Δεν πρέπει να συγχέεται η γενίκευση του πρεκαριάτου και η διατήρηση των μορφών των διακρίσεων στις προσλήψεις.
32- δεύτερον, οδηγεί στον απόλυτο συσχετισμό της ευελιξίας και της επισφάλειας ως εάν να ήταν μια μονομερής εξέλιξη των καταστάσεων ενώ οι πρακτικές των απουσιών και του turn over  κατά τα έτη 1960-1970 όπως και η άσκηση της προσωρινής απασχόλησης από τους νέους και γενικότερα η περιστασιακότητα της εργασίας αποδεικνύει σήμερα ότι αυτές οι μορφές είναι επίσης αντίσταση στη μισθωτή εργασία. Ορισμένες πτυχές του κινήματος καλλιτεχνών του θεάματος είναι σε αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν πρέπει να μυθοποιούνται και να διαμορφώνεται το μοντέλο της κατάκτησης μιας νέας αυτονομίας, αυτής του μισθωτού κογκνιταριάτου ως το νέο πρόσωπο της εργασίας της δεκαετίας του 2000. Από την πλευρά των εργοδοτών τα πράγματα δεν καθορίζονται πλέον. Η σημερινή πλειοψηφία των Γάλλων Εργοδοτών θέλει μια κοινωνική "επανίδρυση" που αμφισβητεί τους ισχύοντες τύπους των συμβάσεων εργασίας για μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά αυτό το σχέδιο προέρχεται από ανθρώπους που δεν είναι από τον κόσμο της βιομηχανίας, αλλά τον χρηματοπιστωτικό ή των ασφαλειών.  Αντίθετα, οι ενώσεις εργοδοτών της μεταλλουργίας και της βαριάς βιομηχανίας μάλλον επιδιώκουν να επενδύσουν στους ανθρώπινους πόρους, ενώ από την πλευρά τους, οι PME/PMI (μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις) οι οποίοι είναι οι μεγαλύτεροι καταναλωτές της επισφαλούς εργασίας, επιθυμούν να προσελκύσουν και να διατηρήσουν τους εργαζομένους, χωρίς δικαιώματα (συνθήκες εργασίας, καθορισμένους μισθούς) για να τους κρατήσουν αφοσιωμένους.
33- τρίτον, για να συγκαλύψει το στόχο της διαίρεσης, που διαχωρίζει τους εργαζομένους, ακόμη και τους επισφαλείς, τους ανέργους, και ιδιαίτερα τους μακροχρόνια ανέργους και αυτούς που απορρίφθηκαν από την εργασία. Η τάση αυτή βρίσκει την εκδήλωσή της σε συνθήματα όπως αυτό του Occupy της Νέας Υόρκης: «Είμαστε το 99%», ως εάν μια τάξη εκμεταλλευόμενων και κυριαρχούμενων να έχει ανασυσταθεί μετά τη διάλυση και τον κατακερματισμό της παλιάς εργατικής τάξης.
34Αυτές οι απλουστεύσεις που συνοδεύονται από μια παραδοσιακή οπτική και χρονολογούνται από το κράτος ως ένα απλό εποικοδόμημα εξαρτώμενο από μια οικονομική βάση που του διαφεύγει όλο και περισσότερο στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης / καθολικοποίησης (glo­ba­li­sa­tion/mon­dia­li­sa­tion). Αγνοούν ότι δεν υπάρχει μόνο το κεφάλαιο που αναδιαρθρώνεται, αλλά και ένα έθνος-κράτος που μετατρέπεται σε κράτος-δίκτυο στο πλαίσιο ενός υπερ-καπιταλισμού κορυφής 10 . Ξαναβρίσκουμε εδώ το σχήμα μας των 3 επιπέδων που εκτίθεται στο n o  15 του περιοδικού Temps cri­ti­ques και στο βιβλίο Μετά την επανάσταση του κεφαλαίου . Η διεύθυνση της MEDEF (ένωση εργοδοτών) είναι ο εκπρόσωπος του επιπέδου 1 και δεν αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τα συμφέροντα του βιομηχανικού κεφαλαίου ως τέτοια, χωρίς να εκπροσωπεί τα συμφέροντα ενός χρηματιστικού κεφαλαίου "αποσυνδεμένου" από την "πραγματική οικονομία". Δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντα ενός μέρους των εργοδοτών παρά στο βαθμό που αυτά εμπίπτουν στο πλαίσιο των στόχων της στρατηγικής της διακυβέρνησης που καθορίζονται στο επίπεδο 1. Οι στόχοι αυτοί τείνουν προς καθολική ενοποίηση του κεφάλαιο σε μια παγκόσμια στρατηγική, η οποία δεν παρακωλύει τον ανταγωνισμό, παρόλο που είναι βαριά φορτωμένο με ολιγοπώλια. Τα πάντα πρέπει να είναι ρευστά, από το νόμισμα έως το εργατικό δυναμικό καθώς η παραγωγή από την ζωντανή εργασία δεν θεωρείται πλέον ως προϋπόθεση της συνολικής διαδικασίας. Με τον ίδιο τρόπο που μιλούσαμε πριν για τα «έκτακτα έξοδα» της παραγωγής μιλάμε πλέον για την παραγωγή από την ζωντανή εργασία ως δραστηριότητα όμοια με οποιαδήποτε άλλη στην «αλυσίδα της δημιουργίας αξίας».

Το κράτος και η διαχείριση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων

35Οι στόχοι του κράτους είναι πολύ γενικοί: αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής συνοχής αφενός, εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών για την οικονομική ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα αφετέρου. Αυτό είναι που διαφοροποιεί τον εκπρόσωπο του συνολικού κεφαλαίου από κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο, όπως μια πολυεθνική εταιρεία.  Πράγματι, το κράτος θα πρέπει να διεξάγει τις δύο παράλληλες λειτουργίες, ενώ καθεμιά ασκεί έναν περιορισμό στην άλλη. Αυτό δεν συμβαίνει με κάθε συγκεκριμένο κεφάλαιο που προσπαθεί, από τις αναδιαρθρώσεις του τα τελευταία είκοσι χρόνια, να απελευθερωθεί από τον πρώτο περιορισμό, με την μεταφορά του είτε στους ανταγωνιστές του (η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας-τιμής) είτε στο κράτος (εθνική αλληλεγγύη και κοινωνική αντιμετώπιση της ανεργίας).
36Σε αυτή την ανάγνωση, το «επίδομα απασχόλησης» δεν είναι ένα δώρο για τα αφεντικά, όπως μπορούμε να διαβάσουμε στις εφημερίδες της άκρας αριστεράς. Μπορεί πραγματικά να τους ωφελήσει σε περίπτωση που οι άνεργοι δεν υποστηρίζονται πλέον από το σύστημα ασφάλισης που σχετίζεται με την εργασία (εισφορές και φόροι μισθωτών υπηρεσιών έναντι υπηρεσιών), αλλά από ένα σύστημα εθνικής αλληλεγγύης, χρηματοδοτούμενου από τους φόρους.  Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, θα ωφεληθούν επίσης οι εργαζόμενοι. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το όφελος που αποκτήθηκε είναι έμμεσο. Δεν είναι ο σκοπός αυτής της λειτουργίας. Πρόκειται για μια πολιτική στρατηγική που λαμβάνει υπόψη την ακυρότητα του νόμου της αξίας και τις καταχρηστικές απλουστεύσεις που κρύβονται πίσω από τις θεωρίες της εκμετάλλευσης. Επιδιώκει επομένως να διαφοροποιήσει τις απαντήσεις του σύμφωνα με την έκρηξη των αναφορών και των καταστάσεων που παράγονται από την επανάσταση του κεφαλαίου:
37- από την μια πλευρά, για την αντιμετώπιση κυρίως εκείνων που βρίσκονται στο κύκλωμα της εργασίας, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αυτή η στρατηγική είναι η άρνηση του κράτους να υποστηρίξει ένα σύστημα ανακούφισης των φτωχών υποτίθεται ανενεργών. Θα πρέπει να ανταμείψει τον άξιο φτωχό-εργαζόμενο δείχνοντάς του ότι πρώτον, έχει κάθε συμφέρον να συνεχίσει να εργάζεται και δεύτερον, ούτως ή άλλως, δεν είχε άλλη επιλογή.
38- Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, αυτή η αναδιάρθρωση δεν ενοποιεί περισσότερο μια τάξη εργαζομένων που τελικά έχει γίνει ομοιογενής, όπως στην παλιά προοπτική της "μέσο-όρο-ποίησης", αλλά αναδιανέμει τις ανισότητες τόσο κάθετα και ιεραρχικά στην ιδιοκτησία και την εργασία (αυτό που κυριαρχεί δεν είναι πλέον κατ 'ανάγκη η αντιπαλότητα του  ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής / μη-ιδιοκτητών, αλλά περισσότερο η αντιπαλότητα διαχειριστών / εκτελεστών 11 ) όσο και οριζόντια (συμμετέχοντες / αποκλεισμένοι από την απασχόληση, τη στέγαση, τα χαρτιά, τις συναλλαγές). Αυτός είναι, επίσης, ο τρόπος που έχει η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, να εκφράσει το τέλος της ταξικής κοινωνίας της οποίας το αρχικό μοντέλο βασίζεται στην αντίθεση ανάμεσα σε δύο μονολιθικά μπλοκ τελικά καθησυχαστικά, καθώς αυτά τα μπλόκ-τάξεις που άσκησαν πρακτικές ειρηνικής συνύπαρξης δίνουν την θέση τους στον φόβο ενός νέου «κοινωνικού ζητήματος». Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η εξουσία απαντά με το αντίφωνο να ξαναθέσει την εργασία στο κέντρο της κοινωνίας, αλλά μια εργασία που δεν διατηρεί παρά μόνο τον ρόλο της πειθαρχίας ή του ανταγωνισμού και όχι πλέον την παραγωγική της λειτουργία, που γίνεται αξεσουάρ. Οι κυρίαρχοι γνωρίζουν ότι όλα αυτά δεν μπορούν να επιστρέψουν στο αυστηρό πλαίσιο της εργασίας. Η νέα ιδεολογία της εργασίας διαχωρίζεται έτσι κάθε μέρα λίγο περισσότερο από την πραγματικότητα της μισθωτής εργασίας, όπως αυτή έχει ήδη αποσπαστεί από την εικόνα της παραγωγικής εργασίας, για να καλύψει όλα τα είδη εργασίας και να υποδηλώσει ότι η εργασία μπορεί να ξαναγίνει "ελεύθερη" στο ιδανικό του «κάνε την επιχείρησή σου» και την φιγούρα του «νικητή». Το «εργαστείτε περισσότερο για να κερδίσετε περισσότερα" του Σαρκοζί είναι ήδη μια μετριασμένη έκδοση από τις απομυθοποιήσεις των προηγούμενων είκοσι ετών (της εποχής Tapie).
39Την εποχή που η αξιοποίηση γινόταν κατά κύριο λόγο από την ζωντανή εργασία, η υπεραξία που δημιουργείται με τη βοήθεια της τελευταίας ήταν θεμελιώδης και η «κοινωνική» διάσταση του μισθωτού συστήματος δεν ήταν παρά αποτέλεσμα. Για ένα τμήμα των δυνητικά υπεράριθμων, σήμερα είναι η αντίθετη κατάσταση που επικρατεί: τα «φρούρια των εργαζομένων" που επιζούσαν (π.χ. στην αυτοκινητοβιομηχανία) τελειώνουν μόλις απαλλάσσονται από το πλεονασματικό προσωπικό καθώς οι νέοι τομείς (τράπεζες, ασφάλειες και πληροφορική) ήδη απορρίπτουν υπερβολικά. Για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων, θα πρέπει επομένως να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τις οποίες, πριν από λίγο καιρό, δεν θα έρχονται στο μυαλό κανενός να τις αποκαλέσει εργασίες.
40Η πειθαρχία της εργασίας θα πρέπει να επιβληθεί καθώς η ζωντανή εργασία δεν έχει πλέον μετρήσιμη αξία με τον χρόνο εργασίας (πώς καθορίζεται το μερίδιό της στην δημιουργία της αξία;) ή εσωτερική αξία (ποιο είναι το επίπεδο του μισθού που ισοδυναμεί με την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού σήμερα για να μείνουμε στη μαρξιστική προβληματική;), όταν οι ταυτότητες της τάξης και οι επαγγελματικές ταυτότητες εξαφανίζονται και δεν υπάρχει πλέον παρά ο αγώνας για το εισόδημα και η αντίσταση στον κοινωνικό κατακερματισμό.
41Αυτή η πειθαρχία απαιτεί νέους κανόνες, το σύμφωνο για την επιστροφή στην εργασία (PARE) παρέχει ένα παράδειγμα. Αλλά αυτοί οι κανόνες πρέπει να είναι πολιτικά συμβατοί με την ιδέα ενός κοινού καλού, της κοινωνικής συνοχής και άλλες συναινετικές ανοησίες. Απορρέει από την εξέλιξη αυτής της νέας μορφής του καπιταλισμού που δίνει την εντύπωση ότι θέλει να απελευθερωθεί από κάθε καταναγκασμό, αλλά την ίδια στιγμή δεν μπορεί να το κάνει, διότι πρέπει την ίδια στιγμή να συνεχίσει να εμφανίζεται με την μορφή μιας ανώτερης νομιμότητας που απαιτεί την ενεργητική ή παθητική συμμετοχή της πλειοψηφίας στην ιδεολογία της κοινωνίας-εταιρείας προστατευμένης από την ύπαρξη, ως έσχατη λύση, του κράτους.
42Υπάρχει μια προσπάθεια «κοινωνικής ανασυγκρότησης», αλλά σε επίπεδο σχεδίου, δεν υπάρχει τίποτα οριστικό. Αυτή είναι η διαφορά με την εποχή των τάξεων. Δεν υπάρχει πλέον σχέδιο με την αυστηρή έννοια, δηλαδή που να συνοδεύεται και από κάποια κοσμοθεωρία  (για την αστική τάξη), ή μια χιλιαστική αίσθηση (για το προλεταριάτο). Έτσι δεν πρέπει να αναπτύσσονται μυθοπλασίες για ένα μεγάλο οργανωτή που κινεί τα νήματα ενός "σχεδίου του κεφαλαίου", αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει πλέον στη συνέχεια να καταφύγουμε σε μια στρουκτουραλιστική οπτική που αναδεικνύεται στο  "αυτόματο κεφάλαιο".
43Όλα αυτά πρέπει να μας οδηγήσουν να είμαστε πολύ μετριοπαθείς τόσο για την αλήθεια όσο και για το ευρετικό περιθώριο της ανάλυσής μας 12 .
44Το ζήτημα της πειθαρχίας της εργασίας και από την εργασία δεν είναι, όπως είπα και προηγουμένως, μια άμεση απάντηση στις πρακτικές αντι-εργασίας. Αυτή η κατασταλτική διάσταση της εργασίας, ωστόσο, δεν ήταν απούσα κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την περίοδο των ετών 1960-1970. Αλλά η ήττα της τελευταίας προλεταριακής επίθεσης και η διαδικασία από-ουσιαστικοποίησης της δύναμης της εργασίας 13 που ενισχύεται στην μετέπειτα περίοδο των αναδιαρθρώσεων, δίνουν άλλο νόημα στην τρέχουσα κρίση της εργασίας. Όπως είπε ο Μαρξ, «το νεκρό συλλαμβάνει το ζωντανό», με μια τάση προς την κυριαρχία της νεκρής εργασίας επί της ζωντανής εργασίας και μια διαδικασία της υποκατάστασης κεφαλαίου / εργασίας που έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ από το τέλος του ΧΧου αιώνα . Αλλά το ότι η ζωντανή εργασία δεν είναι πλέον πραγματικά η καρδιά της παραγωγής, αυτό δεν σημαίνει ότι η εργασία ως αξία είναι νεκρή. Σε κάθε περίπτωση, μέσα στην αβεβαιότητα πολλοί θέλουν να την αναβιώσουν. Εκεί είναι που βρίσκουμε την πειθαρχική διάσταση στην ποικιλία των θέσεων των εργατιστών, είτε αυτές των Μπλερ και Μπράουν, της PS είτε της CFDT. Σήμερα, όλη η συζήτηση που ισχυρίζεται ότι θα ξαναθέσει την εργασία στο κέντρο της κοινωνίας στοχεύει να πειθαρχήσει το εργατικό δυναμικό των μελλοντικών ανέργων και αυτό του οποίου η εργασία είναι απλά μια απασχόληση (job). Στοχεύει επίσης σε μια ανύψωση του ηθικού των εργαζομένων, ενώ όλα τα σήματα που αποστέλλονται από την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία αναδεικνύουν όχι την κοινωνία της εργασίας, αλλά την γενίκευση των πρακτικών της αρπαγής, της σύλληψης  και της ενοικίασης.

Για επιλογο

45Περάσαμε από ένα κίνημα κριτικής της εργασίας στις ατομικές συμπεριφορές της άρνησης που μπορεί να εξηγηθεί από την έλλειψη ενδιαφέροντος (από κάθε άποψη), που αντιπροσωπεύει το γεγονός της εργασίας, την δυσκολία που υπάρχει στην εύρεση μιας εργασίας όταν δεν ταιριάζει με το μοντέλο της απασχολησιμότητας. Πέρα από τις θέσεις, τις πιο ριζοσπαστικές και πιο θεωρητικές, όπως αυτές της ομάδας CARGO στη Γαλλία ή αυτές των  χαρούμενων ανέργων στη Γερμανία, αυτό που κυριαρχεί είναι μια παθητική κριτική ή περιστασιακές δράσεις, όπως αυτές των επιτροπών των ανέργων στη Γαλλία το 1998, όπως δείχνει επίσης η κυρίαρχη τάση για την εκτόνωση των πιθανών συγκρούσεων από τα διαδοχικά κοινωνικά προγράμματα (σήμερα ακόμα στην Ιταλία, για παράδειγμα, με τα σχέδια προ-συνταξιοδοτικής διαπραγμάτευσης πριν από την άφιξη στην εξουσία της κυβέρνησης εμπειρογνωμόνων του Monti).
46Το όριο των πρακτικών αντι-εργασίας των ετών 1960-1970 και παρερμηνείες που τις ακολούθησαν, είναι να μην ληφθεί η εργασία παρά ως αλλοτρίωση (η «καλλιτεχνική κριτική" στην οποία αναφέρονται οι Boltanski και Chiapello ) και εκμετάλλευσης (η μαρξιστική εργατική κριτική) και όχι ως αντίφαση της ανθρώπινης δραστηριότητας (εργασία εν γένει ως αντίφαση της γενικής δραστηριότητας 14 ). Δεν έχουμε επομένως αντιληφθεί τη μείωση των εν λόγω πρακτικών παρά ως αντεπαναστατική ανατροπή ενός επαναστατικού κύκλου που έληξε, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός ότι η προηγούμενη κατάσταση δεν θα αναπαραχθεί ξανά. Πράγματι, οι κύκλοι που αναλύθηκαν από τον Μαρξ, όπου επανάσταση και αντεπανάσταση διαδέχονται είναι σήμερα μη λειτουργική, διότι η καπιταλιστική κοινωνική σχέση έχει καταφέρει να ενσωματώσει και τους δύο πόλους της, το κεφάλαιο και την εργασία, καταστρέφοντας τις αρχικές πηγές των ταξικών ανταγωνισμών και ειδικότερα η αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ των δύο πόλων. Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία αυτονομείται από την κοινωνική της σχέση στο βαθμό που ο πόλος του κεφαλαίου έχει την τάση να αυτο-προϋποτίθεται χωρίς τον πόλο εργασία  και αυτό τόσο μέσω μιας πρόβλεψης εκ των προτέρων του κέρδους 15 σε συνάρτηση με ολόκληρη την αλυσίδα της αξίας και όχι πλέον μόνο με την αξία-εργασία όσο και μέσω της χρηματιστηριοποίησης και της εξαφάνισης της αξίας 16 .
47Η κριτική της εργασίας είναι σήμερα έργο του ίδιου του κεφαλαίου. Βέβαια η εργασία παραμένει ακόμα, όπως και ο καπιταλιστής επιχειρηματίας άλλωστε, αλλά σε κατάσταση υπολείμματος το οποίο δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν είναι πλέον η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία της αξίας. Είναι εργασία-λειτουργία μέσα στο σύστημα της διανομής των εισοδημάτων. Το σημερινό στάδιο επηρεάζεται από την αντίφαση ότι το εισόδημα είναι όλο και πιο κοινωνικοποιημένο, όλο και λιγότερο συνδεδεμένο με μια συγκεκριμένη εκτελούμενη εργασία, αλλά πρέπει ακόμα να καταχωρείται στον μισθό, σε αντίθεση με την λογική του.