Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Guigou. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Guigou. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Κράτος και κυριαρχία στην δοκιμασία της διεθνούς μετανάστευσης και του "Brexit"



Σεπτέμβριος 2016 Jacques Guigou, Jacques Wajnsztejn


1 Η σημερινή κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να απεικονίζει την γενικότερη σχετικά με το κράτος στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία στην πρόσφατη ανάλυσή μας που επικεντρώνεται στα τρία επίπεδα κυριαρχίας του παγκοσμιοποιημένου 1 κεφαλαίου.

2 Μπορούμε να πούμε ότι το επίπεδο Ι, που είναι αυτό του υπερκαπιταλισμού και το οποίο είναι η κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, συναντά δυσκολίες. Όχι στο να επεκτείνει την επιρροή του, αλλά πρώτα απ’ όλα στο να διασφαλίσει μια ελάχιστη παγκόσμια τάξη, κι αυτό εν απουσία της κυριαρχίας ενός ιμπεριαλισμού παραδοσιακού και κυρίαρχου. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε μετά την ολοκλήρωση αυτής της τάσης μια νέα παγκόσμια τάξη (ένα στρατηγικό ζήτημα της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω από εκείνο της λεηλασίας του πλούτου) έχει οδηγήσει σε αυξημένη αστάθεια και στο πέρασμα των αστυνομικών επιχειρήσεων σε μια μάχη κατά της τρομοκρατίας.

3 Στη συνέχεια, υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα αφενός, αυτού του καπιταλισμού κορυφής για να δανειστώ μια φράση του Φ. Μπρωντέλ (Επίπεδο Ι για εμάς), στο μέτρο που ευνοεί τη ρευστότητα και την ευελιξία έναντι της στασιμότητας, την κεφαλαιοποίηση έναντι της συσσώρευσης, το παγκόσμιο έναντι του τοπικού, κλπ, και αφετέρου αυτού που ονομάζουμε επίπεδο II που είναι αυτό όπου οι εταιρείες υπόκεινται στην αγορά (που είναι αποδέκτες τιμών, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις του επιπέδου Ι, είναι δημιουργοί τιμών) και τα εθνικά κράτη που είναι επιφορτισμένα με τη διαχείριση της εσωτερικής αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων.

4 Αντιπαρατίθενται επομένως δύο τύποι κυριαρχίας, από τη μια πλευρά, μια κυριαρχία κορυφής με τους παγκόσμιους παίκτες (τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς των οποίων η ισχύς αναδιατάσσεται σε δίκτυο, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα συνδικάτα και τις ΜΚΟ) με τους διεθνείς κανονισμούς τους, το διεθνές δίκαιο και από την άλλη τις εθνικές κυριαρχίες του επιπέδου II που υπονομεύονται από την κρίση της μορφής του έθνους-κράτους, αλλά οι οποίες «αντιστέκονται» στο βαθμό που αυτή η κυριαρχία, για να εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει να ελέγξει το έδαφος, τις εισόδους και τις εξόδους του, είτε από την πλευρά των επιχειρήσεων (μετεγκαταστάσεις, συνθήκες εγκατάστασης και οι νόρμες τους), είτε από φορολογική άποψη, είτε τέλος από την άποψη της μετανάστευσης των πληθυσμών. Έναντι της τάσης αποτοπικοποιήσης στο επίπεδο Ι αντιστοιχούν και όχι πάντα σε διαλεκτική αντίθεση, οι παράγοντες της τοπικοποιήσης ή εκ νέου τοπικοποιήσης στο επίπεδο II.

5 Αφήνουμε στην άκρη εδώ το ζήτημα του συσχετισμού δύναμης μεταξύ των εξουσιών στο επίπεδο Ι. Εν τάχει, θα πούμε ότι οι θέσεις που θεωρούν μια διατήρηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ (grosso modo οι κλασσικές αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις και οι θέσεις της αντι-παγκοσμιοποίησης) ή προβλέπουν το πέρασμα από μια παλιά κυριαρχία, της Αμερικής, σε μια νέα, Κινέζικη, δεν μας πείθουν ούτε οι μεν ούτε οι δε. Αυτή που φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα συνολική ανάλυσή μας είναι του David Harvey που μιλά για «κυριαρχία χωρίς ηγεμονία». Θα μπορούσε να είναι πολύ κοντά σε αυτά που λένε οι Hardt και Negri με τη φιλοσοφία τους για την «Αυτοκρατορία» που διαφέρει σαφώς από εκείνη του ιμπεριαλισμού 3, αν και έχουν εμμονή με την ντελέζιαν οριζοντιότητα βλέποντας την ως ένα "επίπεδο χώρο" σαν να μην υπήρχε πλέον καθετότητα και ιεραρχία στην διαδικασία κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

6 Η πρόκληση είναι να την δούμε μέσα από την ιεραρχική σχέση μεταξύ των επιπέδων και εδώ, για παράδειγμα μεταξύ των επιπέδων Ι και ΙΙ (σε αυτή τη σύντομη επικαιροποίηση αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του επιπέδου ΙΙΙ).

7 Πράγματι, πρέπει να διατηρήσουμε τα δύο άκρα της διαδικασίας για να κατανοήσουμε τη δυναμική και τις πιθανές αντιφάσεις. Η δυναμική του κεφαλαίου είναι να αποτοπικοποιηθεί έστω κι αν η πολιτική και η διοίκηση στην συνέχεια θα έρθουν να τοπικοποιήσουν εκ νέου... χωρίς να αναζητήσουν την κατανόηση του τι "συνιστά  τόπο". Εξ ου και η πρόκληση του περάσματος από 25 σε 13 περιφέρειες στην πρόσφατη μεταρρύθμιση της αποκέντρωσης στη Γαλλία! Μια περαιτέρω αποκέντρωση που συγκεντροποιείται  εκ νέου με κάποιο τρόπο! Το ίδιο πρόβλημα, αλλά ευρύτερο σε ό, τι αφορά την Ευρώπη: ποια είναι τα όριά της: μέχρι που να προωθηθεί προς την Ανατολή; Ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας; Οι απαντήσεις δεν θα είναι οι ίδιες, ανάλογα με το επίπεδο της κυριαρχίας που αναπτύσσεται σε αυτή την κλίμακα επειδή δεν είναι ακόμη μια ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη ικανή να αντισταθεί τον παγκόσμιο χαρακτήρα του κεφαλαίου και στην τάση του για νομαδισμό, αλλά μια παράθεση κρατών που δεσμεύονται από κοινούς κανόνες.

8 Το ίδιο με το πολύ επίκαιρο θέμα των μεταναστών γενικά ή ειδικά των προσφύγων. Ένα θέμα το οποίο, αν κοιτάξουμε προσεκτικά, αποσπάται από τον τρόπο που συνήθως τίθενται στην ιστορία. Πράγματι, οι μετανάστες που παραδοσιακά δεν διαφεύγουν από το επίπεδο ΙΙ της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για πολιτικούς μετανάστες που προσπαθούν να ξεφύγουν από δικτατορίες για να ενταχθούν σε έθνη-κράτη των οποίων οι αρχές και οι αξίες βασίστηκαν στην υποδοχή των εξόριστων είτε για οικονομικούς μετανάστες που θα ενίσχυαν το απόθεμα του ανεπαρκούς εργατικού δυναμικού διαρθρωτικά ή συγκυριακά της χώρας υποδοχής. Η καπιταλιστική κοινωνική σχέση υπήρξε πάντα ένας συνδυασμός εδαφικής κυριαρχίας και πολιτικού ελέγχου από μία πλευρά και της διάστασης ρευστότητας από την άλλη με την κυκλοφορία της παραγωγής και των πληθυσμών. Σήμερα, όμως, αυτό που αλλάζει είναι, πρώτον, ότι οι εθνικές κυριαρχίες είναι ασθενείς, εμφανώς σε χώρες που ιστορικά τις έχουν χάσει από καιρό (οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι χώρες της Μεσογείου), αλλά και στις παλιές δυνάμεις όπως ακριβώς ήρθε να μας δείξει το βρετανικό "Brexit", και, στη συνέχεια, ότι οι φτωχοί μετανάστες είναι παγκόσμιο πλεόνασμα του οποίου τα κράτη εμποδίζουν την κίνηση στην πράξη, ακόμη και αν έχουν θεσπίσει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στη θεωρία.

9 Ο Rocard το είπε ήδη στη δεκαετία του 1980, καμία δύναμη δεν έχει αποστολή να επιφορτιστεί όλη τη δυστυχία του κόσμου και το πολιτικό άσυλο δεν δόθηκε ποτέ χωρίς περιορισμό. Η τελευταία παίρνει ένα συμπαγή χαρακτήρα στο πλαίσιο των μεγάλων αιτίων που νομιμοποιούνται από ένα δημοκρατικό ή αντιφασιστικό στοιχείο που δεν αντιστοιχεί στην τρέχουσα κατάσταση των προσφύγων που το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αναστατώνει. Το αντίθετο αντιστοιχεί μόνο στο καλωσόρισμα σταδιακά μερικών μεγάλων αντιπάλων, από τον Τρότσκι έως τον Χομεϊνί μέσω Μπεν Μπάρκα όσον αφορά τη Γαλλία.

10 Η κατάσταση δεν είναι πλέον η ίδια, υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σήμερα με μια τάση που συνδυάζει την ανθρωπιστική ηθική και την άρση των εμποδίων όλων των ειδών, σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική σε σχέση με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

11 Η Μέρκελ εκπρόσωπος της κυρίαρχης οικονομικής δύναμης στην Ευρώπη πήρε αμέσως θέση για ένα μέγιστο άνοιγμα που αντιπροσωπεύει τα στρατηγικά συμφέροντα του Επίπεδου Ι της κυριαρχίας, αυτά ενός κεφαλαίου αποτοπικοποιημένου αλλά συνδεδεμένου σε δίκτυα παραγωγής (πολυεθνικές και οι θυγατρικές τους ), κυκλοφορίας (χρηματοοικονομία), διανομής (Walmart and Co), επενδύσεων (ΑΞΕ), και επικοινωνίας (Google, Facebook) εγγυημένα από ένα δίκαιο και τους διεθνείς οργανισμούς. Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο και επηρεασμένη από δυσμενείς πολιτικές και λαϊκές αντιδράσεις στη Γερμανία ευθυγραμμίστηκε με τις πιο συντηρητικές πολιτικές των γειτόνων της. Πράγματι, αυτοί, στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να σκέφτονται ως εθνικό κράτος υπεύθυνο για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο επιπέδου ΙΙ και, επομένως, από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας που ορίζεται από τον έλεγχο του εδάφους. Όπως το ορίζει ο Carl Schmitt, ο κυρίαρχος είναι αυτός που έχει εξουσία πάνω στα σύνορα. Το "Brexit" στο Ηνωμένο Βασίλειο εκφράζει την αντίφαση μεταξύ του επιπέδου Ι, όπου το κεφάλαιο εμφανίζεται διακρατικό και δικτυωμένο και του επίπεδου ΙΙ, όπου η συμβίωση κεφαλαίου και εθνικής κυριαρχίας είναι πιο δύσκολο να επιτευχθεί. Τα σύνορα είναι ακόμα μια πολιτική οντότητα η οποία παρεμποδίζει την ρευστότητα ακόμη και αν η κυριαρχία της Ευρώπης είναι ασθενής, διότι δεν βασίζεται σε ένα ευρωπαϊκό λαό που δεν υπάρχει.

12 Επιπλέον, καθώς το θέμα της χρηματοδότησης δεν έχει ξεκαθαριστεί - γιατί αν και το κράτος εγκαταλείπει τις αρμοδιότητές του εξακολουθεί να κατέχει τα πορτοφόλια – αυτό μπορεί να ωθήσει τις περιφερειακές μητροπόλεις προς μια επιταχυνόμενη παγκοσμιοποίηση (Μονπελιέ) ή εδαφική αυτονομία (Βαρκελώνη, Βόρεια Ιταλία (Padanie)) ή σε περιοχές μεταξύ των δύο που επιδιώκουν να επιβιώσουν με τη βοήθεια ανεξάρτητων μέσων αλλά με την προϋπόθεση της ΚΑΠ ή της τοπικής αιγίδας (Sivens).

13 Για παράδειγμα, είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι ψήφοι αντι-Brexit που καταγράφονται στη Σκωτία και την Ιρλανδία είναι πρωτο-εθνικής κυριαρχίας ή αντίθετα μια αναζήτηση για ένα ενδιάμεσο επίπεδο παγκοσμιοποίησης για τις χώρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους τον κόσμο . Εδώ βλέπουμε τα όρια για μια ερμηνεία της ψηφοφορίας για το Brexit με όρους αντίθεσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών, διανοούμενων και χειρωνακτών, ελίτ / ολιγαρχίας και λαού, αυτές οι αντιθέσεις θα ενταχθούν στους διάφορους λαϊκισμούς δεξιούς και αριστερούς ως εάν να μην υπήρχαν εργαζόμενοι ή λαϊκές περιοχές στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ στη δεύτερη τα όρια της ψηφοφορίας περνούν μέσα από τη θρησκεία και όχι κατά κύριο λόγο από το κοινωνικό πεδίο.

14 Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια οριακή περίπτωση ενσωμάτωσης στην ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός. Σχετικά με το "Brexit" έχουμε ακούσει ότι το 80% των επιχειρήσεων και του Σίτυ ήταν υπέρ στο να μείνει στην ΕΕ, ενώ οι εταιρείες αυτές και η βρετανική χρηματοοικονομία είναι ανοικτή χωρίς όρια στον κόσμο και δεν περιορίζονται σε δραστηριότητες στην Ευρώπη ( μόνο το 45% των εξαγωγών). Τι κάνει η εθνική κυριαρχία σε αυτή την περίπτωση; Τα πρώτα μέτρα μετά το Brexit που ανακοινώθηκαν από τους κυβερνόντες (Osborne, Κάμερον και στην συνέχεια May) είναι χαλαρές προτάσεις για φορολογικά θέματα, προκειμένου να αντισταθμίσουν την πιθανή απώλεια υλοποίησης ξένων επενδύσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως η μετατροπή της Αγγλίας σε Κύπρο, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο, δεν είναι εθνική κυριαρχία αλλά πάει προς στο αντίθετό της. Άλλωστε, δεν είναι σαφείς οι κοινές θέσεις μεταξύ των τριών πολιτικών. Για παράδειγμα, η May που ήταν κατά το ήμισυ φιλοευρωπαϊκή και κατά το ήμισυ Brexit δεν είναι υπέρ της «εθνικής κυριαρχίας», αλλά της παγκοσμιοποίησης, επιδιώκει να καταχωρήσει την πολιτική της εντός του επιπέδου Ι και είναι με αυτή τη θέση που θα διαπραγματευθεί τις συμφωνίες με την Ευρώπη, συμφωνίες οι οποίες, στοιχηματίζουμε ότι δεν θα είναι επιζήμιες για το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπέρμαχοι της εθνικής κυριαρχίας στην Δεξιά όπως ο Nigel Farage στη Βρετανία και η Λεπέν στη Γαλλία πρόβαλαν μια αισιοδοξία προς το παρόν αβάσιμη σχετικά με τις πιθανές συνέπειες του «Brexit». Αυτό δεν σημαίνει ούτε πραγματική εθνική ανεξαρτησία, αδύνατη σήμερα και ειδικά για τη βρετανική οικονομία, ούτε το τέλος της λιτότητας, αυτή έχει αιτίες που δεν είναι μόνο εξωγενείς ως αποτέλεσμα των πολιτικών της προσφοράς η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα σε όλο τον κόσμο και της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της ευρωζώνης 4 αλλά γενικότερα οφείλονται σε ενδογενή στοιχεία, στο βαθμό που, παραδόξως, οι τρέχουσα δυναμική της παγκοσμιοποίησης βασίζεται σε μια «συρρικνούμενη αναπαραγωγή" (κεφαλαιοποίηση αντί για συσσώρευση).

15 Όσον αφορά τις διεθνιστικές θέσεις της αριστεράς και των αριστεριστών, δεν είναι τόσο ότι είναι αθόρυβες, όσο ότι δεν έχουν λόγο, όπως φαίνεται στην πρόσφατη δήλωση του Κεν Λόουτς, αντι-ΕΕ, αλλά και εναντίον του "Brexit".

17 Αν υπάρχει αντίσταση στο επίπεδο ΙΙ και, συνεπώς, τάση για «εθνική ανεξαρτησία» όπως διακρίνεται από την κυριαρχία - η πρώτη είναι μια ιδεολογία η δεύτερη είναι μια αρχή της εξουσίας - είναι επειδή αν και η ροή των εμπορευμάτων, η χρηματοοικονομική, η τουριστική και η ροή της εργασίας μπορούν να διασχίσουν τα "οικονομικά" σύνορα, αντιμετωπίζουν μια πραγματικότητα που είναι ότι τα σύνορα είναι επίσης ιστορικές, γεωγραφικές και πολιτικές οντότητες (βλέπε και πάλι τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα των "χωρίς χαρτιά" σε περιόδους μεγάλης αναταραχής, το «καθεστώς» των απάτριδων το 1930, κ.λπ.).

18 Στο πλαίσιο αυτού του ιεραρχημένου συνόλου, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως ένα ενδιάμεσο βήμα στο πλαίσιο του Επίπεδου Ι, ένα είδος γέφυρας μεταξύ της υπερεθνικής τάσης που καλύπτει το όλον και των εθνικών κυριαρχιών σε παρακμή που πρέπει να διέπουν το επίπεδο ΙΙ και να διαχειρίζονται τις γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στο επίπεδο ΙΙΙ, όπου ανθούν οι αγανακτισμένες απαιτήσεις των εμπόρων και των αγροτών, η σποραδική οργή των προαστίων, όταν καταφέρνουν να υπερβούν την καθημερινότητα των προσκλήσεων για προσευχή και τις δραστηριότητες μιας παράλληλης οικονομίας.

19 Ως εκ τούτου, Η ΕΕ έχει τη θέση της στη διαδικασία ολοποίησης του κεφαλαίου (ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις και διευκολύνει τις μετεγκαταστάσεις), αλλά είναι συχνά σε αστάθεια, γιατί το όριό της είναι να βρίσκεται σε μια κλίμακα διεθνοποίησης η οποία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, αν κάποιος σκέφτεται μόνο με οικονομικούς όρους, δηλαδή έξω από τη λογική της κυριαρχίας, ως εάν το κεφάλαιο να μην ήταν πλέον παρά ένα σύστημα, μια μηχανή.

20 Πράγματι, σε αυτή την περιορισμένη οπτική γωνία, το κατάλληλο επίπεδο της παγκοσμιοποίησης γίνεται όλο και πιο παγκόσμιο, όπως έχουμε δει, στην πραγματικότητα, με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μπλοκάρουν την ενδο-ευρωπαϊκή συγκεντροποίηση υπό το πρόσχημα ότι αλλοιώνει τον ανταγωνισμό, γεγονός που κατέληξε στην πραγματικότητα να παραδώσει κάθε μία από αυτές τις προσπάθειες σε μη ευρωπαίο ανταγωνιστή. Δεν έχει αποδείξει ότι είναι μια ενδιάμεση ρυθμιστική δύναμη στο βαθμό που θυσίασε σ’ ένα σχεδιασμό της ΕΕ ως απλή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, μια τάση που ενισχύεται από την αύξηση του αριθμού των μελών της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο ρόλος της Γερμανίας εδώ είναι σε ιδιαίτερη αρμονία με αυτές τις συνθήκες. Μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανία αποτελεί ένα ιδανικό τύπο σύγχρονου κράτους στο επίπεδο Ι. Η δύναμή της δεν είναι ούτε στρατιωτική ούτε πολιτική, αλλά οικονομική. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται με τους παραδοσιακούς όρους της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό είναι επίσης που δεν καταλαβαίνουν πολλοί αριστεροί και «anti-deutsch» Γερμανοί που είδαν με φόβο την επανένωση της Γερμανίας και την πιθανή αναζωπύρωση ενός παν-γερμανικού εθνικισμού βασισμένου στην ανατολική ζώνη του και ο οποίος βοήθησε στον "απο-γιουγκοσλαβισμό".

21 Οι τελευταίες δηλώσεις του Β. Σόιμπλε, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της Γερμανίας επιβεβαιώνουν την τάση αυτή να εκφράσει την προτεραιότητα των συμφερόντων του επιπέδου Ι, στον βαθμό που διαφωνεί με την δημοψηφισματική μορφή του "Brexit" την ίδια απάντηση που έδωσε στην Ελλάδα το 2015, δηλαδή την διαταγή για ένα είδος μόνιμης τρόικας προστατευμένης από την πολιτική και λαϊκή πίεση. Είναι επίσης μια θέση κοντά σε αυτή του τελευταίου νομπελίστα οικονομολόγου Jean Tirole που συμβουλεύει να βασίζονται σε ανεξάρτητους φορείς όπως η ΕΚΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξασφαλίζοντας έτσι τελικά τη συνέχεια της πολιτικής των κρατών που αναδιαρθρώνονται σε δίκτυο, αποφεύγοντας τις πολιτικές και λαϊκιστικές πιέσεις. ▪

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

ΜΑΡΞ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ «DERIVATION»


Ο Μαρξ και το κράτος στα πρώιμα έργα. Η επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης

Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του κράτους και του κεφαλαίου στις διάφορες στιγμές της σκέψης του Μαρξ είναι τουλάχιστον ένα ασαφές ζήτημα. Αν κάποιος ακολουθήσει την κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου , δηλαδή ένα πρώιμο έργο (1843), ο Μαρξ όπως ο Χέγκελ στη Φιλοσοφία του Δικαίου , εξυψώνει το κράτος ως εμμενές υποκείμενο ενάντια στην υπερβατική θρησκεία. Δεν είναι μόνο η πραγματοποίηση της ιδέας, αλλά ειδικότερα το επίπεδο όπου το άτομο συγχωνεύεται στο κοινωνικό και είναι μόνο στην εικόνα του σύγχρονου κράτους που το άτομο μπορεί να λάβει γνώση του κοινωνικού συνόλου. Όμως, για τον Μαρξ, το κράτος παραμένει υπερβατικό ως αλλοτριωμένη μορφή του καθολικού (κριτική στον εγελιανισμό) και αυτός είναι ο λόγος που το καταδικάζει επειδή η χειραφέτηση του ανθρώπου θεωρείται ως καταστροφή της υπερβατικότητας. Κατηγορεί τον Χέγκελ ότι αντιστρέφει την σειρά μεταξύ υποκειμένου και κατηγορήματος και θεωρεί το κράτος ως το υποκείμενο και την κοινωνία των πολιτών ως το κατηγόρημα (αυτό που προκύπτει), ενώ έπρεπε να κάνει το αντίθετο και με αφετηρία το πραγματικό άτομο της κοινωνίας των πολιτών (βρίσκουμε εδώ την παραδοσιακή κριτική της εγελιανής διαλεκτικής): το άτομο-υποκείμενο (Μαρξ είναι ο κληρονόμος του XVIII ου αιώνα και του Διαφωτισμού).
Στο Εβραϊκό ζήτημα, μιλά για την ανάγκη να ενοποιηθεί εκ νέου η κοινωνία των πολιτών, η οποία είναι «πραγματική», με την πολιτική κοινότητα (σελ. 41-45, UGE, coll. 10/18) που αλλοτριώνεται μέσα στο κράτος ενώ ο Χέγκελ θέλει να εξασφαλίσει το διαχωρισμό, στο βαθμό που η ανεξαρτησία του κράτους εγγυάται την ανωτερότητα επί του συνόλου (καθολική κοινωνία) των τμημάτων της (της κοινωνίας των πολιτών, των ιδιωτικών συμφερόντων). Σε κάποιο βαθμό, ο Χέγκελ είναι πιο "σύγχρονος" από τον Μαρξ, γιατί προβλέπει όλα τα κοινωνιολογικά ρεύματα του τέλους του ΧΙΧ ου αιώνα που θα δούμε, με τον Tönnies, για το ζήτημα των σχέσεων ατόμου / κοινότητας και κοινότητας / κοινωνίας.
Εκ των υστέρων μπορεί κανείς να εκπλαγεί από το γεγονός ότι ο νεαρός Μαρξ ταυτίζεται με ένα είδος μεθοδολογικού ατομικισμού πριν επινοηθεί ο όρος (ο Χέγκελ κάνει την αντίθετη ολιστική εικόνα πριν επινοηθεί ο όρος), ενώ οι απόγονοί του μαρξιστές επαναλαμβάνουν σχεδόν όλοι τις ολιστικές παραδοχές που εδραιώνουν πράγματι την προτεραιότητα που δίνεται στην κοινωνική αιτιοκρατία σε σχέση με τις στρατηγικές των υποκειμένων. Για τον L. Dumont ( Homo aequalis , Gallimard, 1985), η εξήγηση έγκειται στο γεγονός ότι για τον Μαρξ εκείνη την εποχή, αυτό που κυριαρχεί είναι το έργο της χειραφέτησης του ανθρώπου που δεν μπορεί να πάρει πραγματικά παρά την εικόνα της χειραφέτησης του υποκειμένου και της συνέπειάς του, του μοντέλου του ατόμου-αστού. Στην κομμουνιστική προοπτική, η ανθρώπινη κοινότητα γίνεται επομένως μια κοινότητα ατόμων που ενώνονται στην οποία τα άτομα υπάρχουν μόνο ως άτομα άμεσα κοινωνικά. Όμως, στον κομμουνισμό του νεαρού Μάρξ, στον οποίο «το ανθρώπινο είδος είναι η αληθινή κοινότητα των ανθρώπων» (βλ. κριτική στο άρθρο "Ο βασιλιάς της Πρωσίας και η Κοινωνική Μεταρρύθμιση»), το άτομο είναι ταυτόχρονα ατομικότητα και ανθρώπινη κοινότητα ( Gemeinwesen ). Η κριτική του Dumont αφορά μόνο τον ώριμο Μαρξ, αυτόν του κομμουνιστικού προγράμματος και της προλεταριακής επανάστασης, η οποία, στην πραγματικότητα, είναι ανεξάρτητη από την αστική κοινωνία και επομένως τον αστό-ιδιοκτήτη, το ιστορικό υποκείμενο της αστικής επανάστασης .
Στις επαναστατικές στιγμές της νεωτερικότητας, η σχέση ατόμου-ανθρώπινης κοινότητας επαναλαμβάνεται, και το κάνει θέτοντας αυτή την σχέση σε υψηλή ένταση. Υψηλή ένταση μεταξύ της καθολικότητας της εθνικής κοινότητας και της ιδιαιτερότητας του ατόμου-πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης, υψηλή ένταση μεταξύ της καθολικότητας των σοβιέτ και την ιδιαιτερότητα του ατόμου-προλετάριου στην επανάσταση των Μπολσεβίκων. Σ’ αυτές τις δύο τελευταίες επαναστατικές στιγμές, η τάση προς την ανθρώπινη κοινότητα δεν κλείστηκε με ένα συγκεκριμένο ενωτικό τρόπο, αλλά ανοίχτηκε σε έναν ορίζοντα συλλογικών δραστηριοτήτων χωρίς περιορισμούς.
Για τον Μαρξ, στην κομμουνιστική επανάσταση, η χειραφέτηση του ανθρώπου δεν θα είναι μόνο πολιτική, θα είναι ανθρώπινη και θα καταργήσει τη θρησκεία και το κράτος ως δύο μορφές υπερβατικότητας. Αν η απονέκρωση του κράτους και της θρησκείας παραμένει ακόμα στην ημερήσια διάταξη, μπορεί αυτή να πραγματοποιηθεί στο όνομα της ανθρώπινης χειραφέτησης; Σίγουρα όχι.
Μετά την αποτυχία της τελευταίας προλεταριακής επίθεσης των χρόνων 1968 - 1975, το σχέδιο της χειραφέτησης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και των ανθρώπινων δυνατοτήτων έχει ενσωματωθεί στην ευρεία διαδικασία της αποσύνθεσης / ανασύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης. Τα δεσμά που συνιστούσε ο ανταγωνισμός κεφαλαίου / εργασίας έσπασαν, δεν είναι πλέον η "δύναμη της εργασίας", που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, είναι οι «ανθρώπινοι πόροι», η οποίοι αξιοποιούνται σε κάθε στιγμή  και σε κάθε χώρο. Στις ανατροπές που το (σ.μ. περιοδικό)  Temps cri­ti­ques  ονομάζει ως «επανάσταση του κεφαλαίου», τα παλιά ανθρωπολογικά όρια έχουν απορριφθεί, το άτομο έχει «χειραφετηθεί 2» (αλλοτρίωση / υποταγή), όσο μπορούσε να  χειραφετηθεί (αυτοαναφορικότητα , αυτονομία, αυτοπράξη).

Στη Γερμανική Ιδεολογία (1846), η ταξική καμπή

Ο Μαρξ αναφέρει την αντίθεση συμφερόντων μεταξύ των τάξεων: «Είναι ακριβώς αυτή η αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού συμφέροντος και του συμφέροντος της κοινότητας που οδηγεί την τελευταία να λάβει μια ανεξάρτητη μορφή ως κράτος – ξεχωριστό τόσο από τα πραγματικά συμφέροντα των ατόμων όσο και από το σύνολό τους - και ταυτόχρονα ως μια απατηλή κοινότητα »(Εκδ. Κοινωνική, 1968, σ. 61.). Αλλά η κοινωνία είναι απατηλή, μόνο διότι υπάρχει μία τάξη που κυριαρχεί στις άλλες, κάνοντας να περνούν τα ιδιαίτερα συμφέροντά της ως γενικό συμφέρον ή επειδή υπάρχει διαχωρισμός που θεμελιώνει την ανεξαρτησία; Ακόμη και αν πάρουμε την πρώτη παραδοχή πως συνυπάρχουν η ιδέα ενός κράτους στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης, για παράδειγμα, η καπιταλιστική ανάπτυξη κάνει και τις δύο τάξεις να έχουν εν μέρη τα ίδια συμφέροντα; Μπορεί αυτό να πληρεί αυτό που ο Μαρξ είπε ότι «η επαναστατική τάξη είναι παρούσα από την αρχή, όχι ως μια τάξη, αλλά ως εκπρόσωπος της κοινωνίας στο σύνολό της, εμφανιζόμενη ως το σύνολο της μάζας της κοινωνίας ενάντια στην μια κυρίαρχη τάξη; Μπορεί να το κάνει, γιατί στην αρχή το συμφέρον της εξακολουθεί να είναι πραγματικά συνδεδεμένο περισσότερο με το κοινό συμφέρον όλων των άλλων μη-κυρίαρχων τάξεων και επειδή, κάτω από την πίεση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων, το συμφέρον της δεν ήταν ακόμη ήταν σε θέση να αναπτυχθεί ως ιδιαίτερο συμφέρον μιας συγκεκριμένης τάξης "(σ. 77)..
Μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με αυτή την απάντηση; Δεν το νομίζουμε, εκτός αν ισχύει μόνο για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα της ιστορίας. Άλλωστε, στο περιθώριο, ο Μαρξ πρόσθεσε: «στην αρχή αυτή η ψευδαίσθηση είναι σωστή». Η αμηχανία του προέρχεται από την οπτική του, της Γαλλικής Επανάστασης, ως μη αναγώγιμη σε μια υπόθεση καθαρά «συμφέροντος». Ωστόσο, αυτή παραμένει περιθωριακή στην μελλοντική ανάλυσή του, η οποία δεν σχεδιάζει την κοινότητα, μέσα σε μια ταξική κοινωνία, παρά ως μια κοινότητα οικονομικών συμφερόντων. Η κοινωνική φύση του ανθρώπου θυσιάζεται για την οικονομική φύση του. Ο Μαρξ συμμετέχει πράγματι, στην κατασκευή του homo economicus. Από εκεί και πέρα, η μαρξιστική θρησκεία επιβάλλει, ακόμη και εντός του ριζοσπαστικού κομμουνισμού, το δόγμα των συμφερόντων των τάξεων!

Ωστόσο, αυτή η υπόθεση ενός σύντομου χρονικού διαστήματος κοινού συμφέροντος μεταξύ των τάξεων διαψεύδεται από το γεγονός ότι θα συνεχίσει (δύσκολο σήμερα με την κρίση εργασίας), μια κοινότητα της εργασίας που συνδέει παραγωγικό κεφάλαιο και παραγωγική εργασία. Είναι από εκεί που μπορεί να δικαιολογηθούν σήμερα όλα όσα έγιναν στο βιομηχανικό τμήμα του κεφαλαίου - με την υπόθεση ότι μπορούμε να το απομονώσουμε από τα άλλα, γεγονός το οποίο αρνούμαστε - και ιδίως όλες τις αναλύεις όσον αφορά την αντιπαράθεση μεταξύ παραγωγικού κεφαλαίου, πραγματικής οικονομίας από τη μία πλευρά, μη παραγωγικού κεφάλαιο και / ή πλασματικού από την άλλη. Πιο πρακτικά και πολιτικά, μπορεί έτσι να δικαιολογηθεί η τρέχουσα πολιτική της γαλλικής κυβέρνησης για την εθνική βιομηχανική ανάκαμψη (Montebourg). Εδώ έχουμε επιστροφή στην ιδέα ενός κράτους που εκδηλώνει την αυτονομία της πολιτικής και της κυριαρχίας του, αλλά χωρίς η αναδιάρθρωσή του σε κράτος-δίκτυο μέσα στον καπιταλισμό κορυφής να γίνεται αντιληπτή. Μια ενσωμάτωση, ωστόσο, σε αυτό που αποκαλούμε επίπεδο 1 της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας, που καταστρέφει τόσο την ιδεολογία του κράτους στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης όσο και την ιδεολογία της αυτονομίας της πολιτικής.

Ο Μαρξ και η θεωρία ότι η μορφή του κρατουσ προκύπτει από τους νομουσ αναπαραγωγησ του κεφαλαιου (théorie de la dérivation).

Σ’ αυτό που μόλις είδαμε, υπάρχει σε υδατογράφημα στον Μαρξ, η μέθοδός του, η οποία βασίζεται στο άτομο, στο άτομο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, στο άτομο της σύμβασης, στο άτομο εργαζόμενο, στο άτομο της χειραφέτησης, είναι η σύνδεσή του με τον XVIII ο αιώνα. Είναι με αφετηρία αυτό που αναδομεί την (αστική) κοινωνία και το κράτος (πολιτική) μέσω της μεσολάβησης των τάξεων 3 .
Στο τμήμα 2 του βιβλίου Ι του Κεφαλαίου , ο Μαρξ εκφράζει τη θέση που αργότερα θα ονομαστεί «θεωρία της dériva­tion 4»  και η οποία θα γίνει κυρίαρχη (αυτό είναι που κατακρίνει ο Mattis). Το σύγχρονο κράτος εμφανίζεται ως μια κατηγορία που σχετίζεται με την κριτική της πολιτικής οικονομίας, και πρέπει να γίνει κατανοητή σε σχέση με το επίπεδο της αφαίρεσης του κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί επίσης γιατί, εκτός από την έλλειψη χρόνου, ο Μαρξ δεν θα οικοδομήσει ποτέ μια πραγματική θεωρία του κράτους και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε παρά να προσαρτήσει τις διάφορες αντιλήψεις που καθοδηγούνταν όχι από το ίδιο το θέμα, αλλά από το ευρύτερο πλαίσιο ( δείτε την εξέλιξη της θέσης του Μαρξ σε σχέση με την Κομμούνα του Παρισιού, δείτε επίσης την εξέλιξη των θέσεών του για το ζήτημα της κοινότητας και της σχέσης της με τον καπιταλιστικό κράτος, οι απόψεις που εκφράζονται στο τέλος της ζωής του σε επιστολές του προς την Βέρα Ζάσουλιτς.).
Υπό το πρίσμα αυτό υποστήριξε την υπεροχή της οικονομίας (βάση) σχετικά με την πολιτική (εποικοδόμημα), το κράτος προκύπτει από το κεφάλαιο, ένα κεφάλαιο σχεδιασμένο μηχανή κέρδους και συσσώρευσης, ένα «αυτόματο κεφάλαιο» επομένως, του οποίου κάθε στοιχείο δύναμης και εξουσίας έχει εξαφανιστεί, καταβροχθίζεται από τους νόμους που έχουν σχεδιαστεί όχι πλέον ως παραδοχές της ανάλυσης για τον αγώνα, επομένως από μια προοπτική κριτικής, αλλά ως αποτέλεσμα μιας νέας επιστήμης της λειτουργίας του καπιταλισμού κατά το πρότυπο των νόμων της φυσικής.
Από την πλευρά μας, πιστεύουμε ότι υπάρχουν λογική σύμπτωση των κατηγοριών του σύγχρονου κράτους και της αξίας (όχι σχέσεις της αγοράς που αναπτύσσονται χωρίς κράτος και όχι αξία χωρίς την ύπαρξη ενός κράτους δεύτερου τύπου 5 , δηλαδή ενός κράτους το οποίο όχι μόνο είναι διαχωρισμένο από την «κοινωνία των πολιτών», αλλά επίσης την παράγει και του οποίου αρχέτυπο είναι το αστικό κράτος.
Για να συνοψίσουμε το θέμα, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η «θεωρία της dériva­tion» δεν είναι ο μόνος χαρακτηρισμός του κράτους από τον Μαρξ. Δεν έγινε κυρίαρχη παρά επειδή διατρέχει μεγάλο χρονικό διάστημα και πιο συγκεκριμένα, από την Γερμανική Ιδεολογία του 1846 έως το Κεφάλαιο της δεκαετίας του1860. Έχουμε δει ότι αρχικά, το κράτος θεωρείται ως απατηλή κοινότητα ή με άλλα λόγια, ως μια αλλοτριωμένη μορφή του καθολικού. Τέλος, μια τρίτη θέση απορρέει από τα πολιτικά κείμενα του Μαρξ για τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία από τα οποία προκύπτει η ιδέα μιας αυτονομίας του κράτους και της πολιτικής, μια ιδέα που αναπτύσσει π.χ. ο πρώην εργατιστής ηγέτης Mario Tronti κατά τα έτη 1970-1980.
Για να μην μείνουμε σε μια θεώρηση εντομολόγου σχετικά με τις διάφορες αντιλήψεις του κράτους του Μαρξ, είναι σημαντικό να τις συσχετίσουμε με την σημερινή κατάσταση. Αν το όραμα ενός κράτους ως κοινή οντότητα δεν έχει πλέον θεωρητικά λόγο ύπαρξης, διότι η κοινωνία των πολιτών δεν υπάρχει πλέον με τη διαδικασία της ολοποίησης του κεφαλαίου και την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, εξακολουθεί να υπάρχει ιδεολογικά με την προσκόλληση στην έννοια της δημόσιας υπηρεσίας, εκτός από τις αγγλοσαξονικές χώρες.
Ομοίως, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της Ευρώπης, η ιδέα της πολιτικής αυτονομίας συμβολίζεται στη Γαλλία στην κληρονομιά του Ντε Γκωλ (αντι-αμερικανισμό) και στην προσήλωση στη μορφή ενός έθνους-κράτους που έχει ακόμα μια πραγματική εθνική κυριαρχία (η συνεχής αντιπαράθεση στο Μάαστριχτ, η ιδεολογία της εξαίρεσης των δημόσιων υπηρεσιών και της πολιτιστικής εξαίρεσης, κλπ.) .. Η θεωρία της dériva­tion δεν εφαρμόζεται επομένως πάντα, ακόμη και αν βλέπει το φώς στις πιο αλλόκοτες εκφράσεις του αντι-καπιταλισμού (το κράτος στην υπηρεσία των τραπεζών και του χρηματιστικού κεφαλαίου) και, επίσης, επειδή τελικά αυτό που στοχεύουν αυτές οι επιθέσεις δεν είναι τόσο το κράτος στην υπηρεσία του κεφαλαίου όσο το παραστρατημένο νεο-φιλελεύθερο κράτος (βλ. την κατεύθυνση της κίνησης των «Αγανακτισμένων») και το αίτημα για μια «πραγματική δημοκρατία» στην Ισπανία, στο Πρόγραμμα του Εθνικού Κέντρου αντίστασης στη Γαλλία. Λίγοι άνθρωποι προτείνουν ως εκ τούτου μια άλλη θεωρία του κράτους 6 , αλλά αυτό δεν είναι ένα μειονέκτημα σήμερα ακριβώς επειδή το κράτος δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως κάτι διαχωρισμένο, είτε ως μια ουσία της κοινότητας, είτε ως ένας πολιτικός θεσμός που έγινε αυτόνομος ή ως μια καθαρή λειτουργία της κυριαρχίας.
Για να μάθετε τη γενική θέση μας για το κράτος μπορείτε να ανατρέξετε σε όλα τα άρθρα του n o  13 του Temps cri­ti­ques  συζήτηση και τα κείμενα που παρεμβάλλονται μεταξύ JW και Nicolas και στην συνέχεια σε όλα όσα μπορέσαμε να αναπτύξουμε για τη μετατροπή του  έθνους-κράτους σε κράτος-δίκτυο 7 . 

Jacques Guigou και Jacques Wajnsztejn
Οκτ. 2012

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ-ΚΡΑΤΟΥΣ - ΤΟ ΔΙΑΧΥΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ


αποσπασμα από το κειμενο:

Το κράτος δίκτυο και το δημοκρατικο-ατομο

Φεβρουάριος του 2003 , Jacques Guigou, Jacques Wajnsztejn


Η κρίση της μορφής του έθνους-κράτους

Η πολιτική διαμεσολάβηση που πραγματοποίησε το έθνος-κράτος, από την ολοκλήρωσή του στη Γαλλική Επανάσταση, ήταν να εκφράσει τις κοινωνικές σχέσεις υπό την μορφή των ταξικών σχέσεων, κάνοντας συμβατές την συσσώρευση του κεφαλαίου και την κοινωνική οργάνωση σε ένα πλαίσιο εθνικής πολιτικής  που αντιστοιχεί περίπου στην οικονομία της αγοράς του. Γι' αυτό έπρεπε να υπερβεί τον περιορισμένο χαρακτήρα ενός κράτους εκφραστή της κυριαρχίας μιας τάξης (το κράτος της άρχουσας τάξης στο μαρξισμό) προς ένα καθολικό δημοκρατικό που συνίσταται στην διαμόρφωση της κυριαρχίας στο πλαίσιο των θεσμών και ενώσεων που αντικαθιστούν τις παλιές διαμεσολαβήσεις του παλαιού καθεστώτος. Αυτή η κίνηση θα είναι πολύ σταδιακή, καθώς θα αντιμετωπίσει ισχυρές αντεπαναστατικές αντιδράσεις.
2Για να εκπληρώσει τη λειτουργία του, της αναπαράστασης του γενικού συμφέροντος της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, το σύγχρονο κράτος, δηλαδή αυτό της καθαρά καπιταλιστικής περιόδου και όχι μόνο αστικής 1 , πρέπει να αποκτήσει μια σχετική αυτονομία και να μην είναι μόνο το κράτος της άρχουσας τάξης. Αυτό είναι που του επιτρέπει να επιτύχει μια ισορροπία συμβιβασμού, για παράδειγμα στην κοινότητα της εργασίας, σε δύο τάξεις που είναι ταυτόχρονα αμοιβαία εμπλεκόμενες και αντίπαλες. Το κράτος είναι επομένως η διαμεσολάβηση των διαμεσολαβήσεων (τάξεις, συνδικάτα, κλπ..) ή υπέρ-διαμεσολάβηση (το έθνος-κράτος ως ιδεολογία) μεταξύ της κοινωνίας και των ατόμων. Το κράτος υλοποιεί κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμα του Χέγκελ που αναπτύχθηκε στην φιλοσοφία του δικαίου στο οποίο ο φιλόσοφος καθορίζει τις αντίστοιχες σχέσεις μεταξύ της πολιτικής τάξης (αυτής του πολίτη) που σχετίζεται με την καθολικότητα και της τάξης της κοινωνίας των πολιτών (ο οικονομικός χώρος) που σχετίζεται με το εξειδικευμένο. Το κράτος που αναπαριστά την καθολικότητα του γενικού συμφέροντος δεν το πραγματοποιεί ως οτιδήποτε άλλο παρά ως όργανο της κοινωνίας των πολιτών. Φυσικά μιλήσαμε για το κράτος της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, αλλά αυτό δεν έγινε παρά επειδή μια μερικότητα, η αστική τάξη, παρουσιάζεται ως καθολική (η θεωρία του προλεταριάτου θα υιοθετήσει την ίδια προσέγγιση, γεγονός που δεν συμβαίνει στην κομμουνιστική θεωρία στο σύνολό της).
3Η κοινωνία των πολιτών της εποχής της κορύφωσης της ταξικής πάλης, πολιτικοποιούμενη αφαιρεί κατά κάποιο τρόπο την κατηγορία της πολιτικής για την καλύτερη ανάδειξη του κοινωνικού ζητήματος , γεγονός που εξηγεί την ασάφεια των θέσεων του Μαρξ για το θέμα αυτό και τη δυσκολία του να αναπτύξει μια πραγματικά ενιαία θέση σχετικά με το κράτος. Προβλέπει, επίσης, ένα κομμουνισμό αντιληπτό ως απλή «διαχείριση των πραγμάτων."  Σήμερα αυτό το πρόγραμμα έχει τεθεί σε εφαρμογή ... από τον ίδιο τον καπιταλισμό και χωρίς την κατάργηση του κράτους! Το κράτος σήμερα μειώνει την πολιτική στη διαχείριση και χάνει έτσι την σχετική αυτονομία του για να γίνει άμεσος παράγοντας της συνολικής αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η λειτουργία του δεν μπορεί πλέον να είναι να συμβιβάσει τα συγκρουόμενα ταξικά συμφέροντα ανάμεσα σε μια κυρίαρχη τάξη και μια "επικίνδυνη" κυριαρχούμενη τάξη (το δημοκρατικό κράτος της πρώτης φιλελεύθερης μορφής) ούτε να παράγει μια κατάλληλη σχέση μεταξύ των δύο βασικών τάξεων της ενοποιημένης κοινωνίας γύρω από την Εργασία και την Πρόοδο (το δημοκρατικό κράτος στη δεύτερη μορφή που συχνά αποκαλείται κράτος πρόνοιας).
4Με το τέλος των τάξεων ως ανταγωνιστικά υποκείμενα, το κράτος δεν έχει πλέον να εκπροσωπήσει τις δυνάμεις, δεν χρειάζεται καν πλέον να εκπροσωπεί το γενικό συμφέρον γιατί το υλοποιεί άμεσα σε αυτό που δεν εμφανίζεται πλέον παρά ως πολύ ειδικά συμφέροντα, θέματα προτίμησης. Θα επιστρέψουμε.
5 Ο Μάης του 68 και τα κινήματα της εποχής του που αναπτύχθηκαν σε άλλες χώρες, κυρίως στην Ιταλία, αντιπροσώπευαν την τελική επίθεση ενάντια σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά η αποτυχία τους έχει επιταχύνει επίσης την έλευση του νέου και την ανατροπή του παλαιού κύκλου αγώνων και στη συνέχεια την διάλυσή του.

Το διάχυτο κράτος και το τέλος της κοινωνίας των πολιτών

6Η σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία βασίστηκε σε ένα συλλογικό πολιτικό σώμα που ενσωμάτωσε την υπόθεση της ταξικής σύγκρουσης, αλλά παρέβλεψε από την πλευρά των ατόμων τα ζητήματα σχετικά με αυτό που ονομάζουμε εσωτερική φύση του ανθρώπου. Όποια και αν είναι επομένως η αντίληψη του κράτους, δίνει την εντύπωση της παρέμβασης από το εξωτερικό στις κοινωνικές σχέσεις οι οποίες προϋπάρχουν, σε μια "πρωταρχική κοινωνικότητα" τελικά αμείωτη. Η δυναμική του καπιταλισμού τίθεται επομένως στην ικανότητά του να ενσωματώνει τις διάφορες μορφές χωρίς να τις εξαφανίζει, εξ ου και η ιδέα ότι ο καπιταλισμός ποτέ δεν θα φτάσει σε μια καθαρή μορφή.
7Όταν μιλάμε σήμερα, στο Temps Critiques, για "κεφαλαιοποιημένη κοινωνία," είναι ακριβώς με την έννοια μιας διπλής ιστορικής κίνησης, αρχικά αυτής που παράγεται από τη δυναμική του κεφαλαίου, αντιληπτή επίσης ως μια διαλεκτική της ταξικής πάλης και όχι μόνο ως κυριαρχία της οικονομίας και στη συνέχεια, αυτή που εκδηλώνεται ως μια διαδικασία της εξατομίκευσης, με αφετηρία την αστική επανάσταση. Η επιτυχία της σύγχρονης δημοκρατίας βρίσκεται στο γεγονός ότι επιτρέπει μια κεφαλαιοποίηση της κοινωνίας, χωρίς να έχει ανάγκη να ανεγείρει μια ανώτερη πολιτική ενότητα 2 .
8Τώρα, το κράτος πυκνώνει ως υλοποίηση μιας νέας αντικειμενικής τάξης, βασισμένης στους "άυλους νόμους" της οικονομίας και οδηγείται από μια τεχνοεπιστημονική διαδικασία που παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη. Επομένως, δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως υποκείμενο, όχι πλέον, και δεν παράγει ούτε σχέδιο (δεν έχει παρά μόνο τα προβλήματα να διαχειριστεί και να δέσει τα σχέδια που εκκολάπτονται από τις διάφορες μορφές της αυτονόμησης του κοινωνικού και του πολιτιστικού: το έργο της «κοινωνικής αναθεμελίωσης» μας δίνει ένα παράδειγμα) ούτε ηθική (η πολιτική και οι επιχειρήσεις είναι ένα και το αυτό). Διαχειρίζεται τα προβλήματα κατά περίπτωση 3 , είναι σε δίκτυο με τους κοινωνικούς εταίρους, τις ενώσεις και τις ομάδες πίεσης. Από τις διαδοχικές και αντικρουόμενες μεταρρυθμίσεις οι πολυπολικές δυνάμεις του κεφαλαίου και του κράτους δημιουργούν μια «σύνδεση» των ενδιάμεσων που μπορούν να συνδυάσουν, να επιβραδύνουν και να διαχειριστούν από απόσταση.
9Ορισμένοι βλέπουν σ’ αυτή την κίνηση μια νεο-φιλελεύθερη μετατόπιση του κράτους και ζητούν την επιστροφή στο κράτος πρόνοιας, διότι το κράτος δεν είναι πλέον αρκετά κοινωνικό, ενώ δεν υπήρξε ποτέ περισσότερο κοινωνικά παρεμβατικό. Είναι, επίσης, ότι αυτό το κοινωνικό έχει αλλάξει θεμέλια. Έχει περάσει από ένα κοινωνικό βασισμένο στην εργασία (προϊόν της εσωτερίκευσης της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο, με τα δικαιώματά του, τις κατακτήσεις του), σε ένα κοινωνικό που τείνει να απελευθερωθεί καθώς η εργασία χάνει την κεντρικότητά της και το εργατικό δυναμικό είναι όλο και περισσότερο μη ουσιαστικό στην «δημιουργία της αξίας».  Ωστόσο, αυτή η κίνηση είναι αντιφατική, όπως φαίνεται στην ασάφεια που υπάρχει στην αρχή του ελάχιστου εισοδήματος εισαγωγής (rmi: κατώτατος μισθός) 4 . Σε ένα άλλο πνεύμα, έχουμε μια όλο και μεγαλύτερη συναρμογή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και, τουλάχιστον στη Γαλλία, την τάση των ατόμων προς την κοινότητα που εκφράζεται σε κάποια κινήματα, όπως αυτό του 95 ή στα κινήματα αλληλεγγύης στους «χωρίς χαρτιά» που εκδηλώνονται πάντα εξ ορισμού,  αναφορικά με ένα κράτος αφηρημένη αναπαράσταση του «από κοινού». Αυτό οδηγεί, ορισμένους ελευθεριακούς σε θέσεις "ενάντια στη φύση" με, από την μια πλευρά την κριτική κάθε προέκτασης αυτού που προκύπτει από τον ιδιωτικό και τελικά μια επιθυμία να μεταμορφωθεί όλος ο κόσμος σε δημόσιους υπαλλήλους (θα ήταν πολύ λογικό για τις ομάδες λενινιστικές ή τροτσκιστικές, αλλά βλέπουμε ότι η CNT έχει την ίδια θέση!) και από την άλλη μια οπτική του σύγχρονου κράτους ως ένα απλό κατασταλτικό κράτος,  «κράτος ως Υπουργείο Εσωτερικών» (θέση της κίνησης No pasaran).
10Ωστόσο, δεν πρόκειται να επικρίνουμε το κράτος για τους λάθος λόγους, επειδή υπάρχουν ήδη αρκετοί σωστοί πάνω στους οποίους το πολεμάμε. Εάν το σημερινό κράτος είναι ένα καθολικό κράτος (μιλάμε περισσότερο για ένα "καθολικό κοινωνικό κράτος"), δεν είναι με την έννοια του ολοκληρωτικού ή του αστυνομικού που πρέπει να το αντιληφθούμε, αλλά με την έννοια ότι διαπερνά όλες τις κοινωνικές σχέσεις περισσότερο διαμορφώνοντας παρά επιβάλλοντας. Μια πιστωτική κάρτα, ένας φορητός υπολογιστής, το Pacs κάνουν περισσότερο εξαρτώμενο από το κράτος το δημοκρατικό-άτομο από οποιαδήποτε αποτελεσματική αστυνόμευση.  Αυτή η εξάρτηση, αντιληπτή ως ευκολία ή ελευθερία προκαλεί σιωπηρούς κανόνες για τη συμμετοχή και την ένταξη των ατόμων στην κοινωνία και στο κράτος αυτής της κοινωνίας που καθιστά παρωχημένη την παραδοσιακή ιδέα της αντιπαλότητας μεταξύ κράτους και «κοινωνίας των πολιτών» . Δεν είναι επομένως η αστυνομία που βρίσκεται παντού (και πουθενά δικαιοσύνη), όπως διακηρύσσουν συνεχώς παλαιοί και σύγχρονοι αριστεροί, αλλά το κράτος είναι παντού, σε διάφορες μορφές και προεκτάσεις του: η αστυνομία όλο και περισσότερο αντικαθίσταται από τις κοινωνικές δυνάμεις (κοινωνική διαχείριση της βίας, παρέμβαση των υπηρεσιών security), με εφεδρεία τις ειδικές στρατιωτικές μονάδες της έσχατης ανάγκης.
11Με τη διάλυση της παλαιών διαμεσολαβήσεων (οικογένειες, γειτονιές, τάξεις), το κράτος έχει γίνει άμεσος παράγοντας της κοινωνικοποίησης των ατόμων, μετατρέποντας την ίδια την έννοια της σύμβασης στην βάση της αστικής σχέσης, επεκτεινοντάς την σήμερα σε όλους. Σε αντίθεση με τα δικαιώματα - ελευθερίες που υποτίθεται ότι ήταν η βάση της αυτονομίας της κοινωνίας των πολιτών σε σχέση με το φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος, τα σημερινά κοινωνικά δικαιώματα είναι δικαιώματα-υποχρεώσεις που μπορεί να "ανασύρει" ένα κράτος, του οποίου τα προνόμια είναι καθολικά καθώς αυτοί οι νόμοι μπορεί να εισχωρήσουν σε κάθε γωνία αυτού που ήταν προηγουμένως η «ιδιωτική ζωή». Αλλά αυτά τα προνόμια δεν είναι εξωτερικά σε σχέση με τα άτομα, αφού αντανακλούν απλώς την πολλαπλότητα των εμπλεκομένων συμφερόντων και την πολλαπλότητα των κανόνων που διέπουν την όλη διαδικασία.
12Το κράτος αναπτύχθηκε επομένως με την υποχώρηση όλων των παλαιών θεσμικών διαμεσολαβήσεων, στην διακριτική ευχέρεια των οποιονδήποτε κλασμάτων του, στη πορεία προς την αυτονόμησή τους. Είναι αυτή η δικτύωση που επιτρέπει να επιτευχθεί αυτή η αυτονόμηση των θεσμών 5 . Οι μεταρρυθμίσεις που ποτέ δεν ολοκληρώνονται στην εκπαίδευση και τη δικαιοσύνη μας παρέχουν δύο παραδείγματα. Τείνει να απεδαφοποιηθεί, διατηρώντας παράλληλα την παρουσία του και τις υπηρεσίες του με την τηλεματική περισσότερο από τη φυσική παρουσία των παραγόντων του. Είναι αυτό που υλοποιείται με το κλείσιμο σχολείων της υπαίθρου, των εφοριών, των ταχυδρομείων και των νοσοκομείων των μικρών πόλεων, γεγονός το οποίο έρχεται σε άμεση αντίθεση με τα καθήκοντά του, της "ασφάλειας" των ατόμων και γενικότερα με την λειτουργία του της αναπαραγωγής του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων.
13Οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι όλο και λιγότερο μεσολαβούμενες από τους θεσμούς της παλιάς αστικής κοινωνίας, η κίνηση του κεφαλαίου και του κράτους του, δημιουργεί ενδιάμεσες λειτουργίες: οι διαμεσολαβητές (που πρόσφατα ονομάστηκαν "επαγγελματίες της κοινωνικής διαμεσολάβησης») στη θέση των διαμεσολαβήσεων! Αυτοί οι διαμεσολαβητές είναι τα εργαλεία μιας «διαχείρισης των πολιτών» των δημόσιων ή ιδιωτικών πολιτικών, υπεύθυνοι για την αναδημιουργία του κοινωνικού δεσμού. Αυτή η πρακτική της διαμεσολάβησης ξαναβρίσκεται στην οικονομία με την αναστάτωση που γίνεται γύρο από την «οικονομία της αλληλεγγύης» (μορφή διαμεσολάβησης μεταξύ του κράτους και της αγοράς). Θα έχουμε έτσι τους "εργαζομένους της διαμεσολάβησης" στο πλαίσιο μιας "Πλουραλιστικής οικονομίας (σ.μ. économie plurielle: κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία) "!
14 Η διαμεσολάβηση δεν σταματά εδώ, αλλά διαπερνά τις πιο προσωπικές σχέσεις. Με αναφορά στο μοντέλο της απορρόφησης των θεσμών που έχουμε αναφέρει, το PACS απεικονίζει αυτή την προσωρινή αποκρυστάλλωση μιας σεξουαλικής-οικονομικής  διαμεσολάβησης μεταξύ του παλαιού θεσμού του "εκδημοκρατισμένου" αστικού γάμου και της καθαρής σεξουαλικής συνδυαστικής που αναδύεται από τον ορίζοντα του κυβερνοσέξ, των δικτύων του και των  μεσιτών της καρδιάς 6 . Οι δυνατότητες του καπιταλιστικού συστήματος εκφράζονται επομένως ως άμεσες "κοινωνικές ανάγκες" των ατόμων. Έχουμε να κάνουμε με μια καρικατούρα της παλιάς κοινωνίας των πολιτών στο μέτρο εκφράζει μόνο το σοκ των συμφερόντων ενάντια στα συμφέροντα. Δεν είναι μόνο μια έκφραση  δημοσιογραφική – κοινωνιολογική το ότι μιλάμε για επιστροφή των κορπορατισμών, ακόμα και αν δανείζονται νέες μορφές και πέρα από το πεδίο της εργασίας. Ο καθένας σήμερα μπορεί να κάνει την μικρή διαμαρτυρία του, να μπλοκάρει τα διόδια στον αυτοκινητόδρομο, να επιτεθεί στην νομαρχία ή στα McDonalds, να κάνει την απεργία πείνας του και στην συνέχεια να γίνει αποδεκτός από τους επισήμους. Όλα αυτά είναι κορεσμένα με ένα λόγο για το «κοινωνικό», που διεξάγεται τόσο  από τα μέσα ενημέρωσης όσο και  από το κράτος, που συχνά μιλάει μέσω των εκπροσώπων του, γι’ αυτό που εξακολουθεί να ονομάζει κοινωνία των πολιτών. Καλεί το ίδιο έτσι σε «συνέδρια πολιτών» ή σε «διάλογο με τους πολίτες», γιατί θέλει να διατηρήσει την συζήτηση γύρο από τους πολίτες. Οι «κινήσεις πολιτών» έχουν προκύψει και θα προκύψουν ως νέες μεσολαβήσεις για την επίλυση των «κοινωνικών προβλημάτων» 7  ενώ δεν είναι παρά μόνο διαμεσολαβητές. Ο citizenist (σ.μ. αυτός που πιστεύει στην κοινωνία των πολιτών) επιθυμεί να γίνει μεσολαβητής ανάμεσα στην εξουσία και τις κινήσεις πολιτών επιδιώκοντας να δώσει "ένα νέο νόημα στο κοινωνικό." Είναι η ηθική πλευρά τους, η οποία θα τους επιτρέψει ταυτόχρονα να ξεπεράσουν τον κατακερματισμό των συμφερόντων και να ασκήσουν μια διαφορετική πολιτική. Υπάρχει έτσι μια αλληλεπίδραση μεταξύ του κράτους και των citizenists, με στόχο να διασφαλιστεί η αναπαραγωγή και η διαχείριση των κοινωνικών σχέσεων που δυσχεραίνεται από την κίνηση της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία έχει ανάγκη να παράγει τη δική της αμφισβήτηση, να βρει τα σημεία της ηθικής στήριξης που στερείται. Αλλά για να το κάνει οι κινήσεις των πολιτών είναι αναγκασμένες να ψάξουν για αποδιοπομπαίους τράγους, μιλάνε για την παγκοσμιοποίηση (σ.μ. mondialisation: αναφέρεται συνολικά στην οικονομία, την πολιτική, τον πολιτισμό κλπ.) αντί για καθολικοποίηση (σ.μ. globalization: αναφέρεται μόνο στην οικονομία) (η άκρα-δεξιά μιλά για παγκοσμιότητα!) εν συντομία για να παραπλανήσουν τον εχθρό, γιατί αυτό που ορίζει το κεφάλαιο ως σύστημα είναι η αποκόλλησή του από τις υλικές μορφές του πλούτου, ενώ οι επικριτές του, το χαρακτηρίζουν από την προτίμησή του για την πολυτέλεια και την χλιδή 8 .
15"Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητα", που είναι το δημοκρατικό-άτομο έχει φτάσει στο χαμηλότερο σημείο της τάσης που εξακολουθεί να το προσανατολίζει προς την ανθρώπινη κοινότητα. Η ιδεολογία της κοινωνίας των πολιτών (citoyennisme) και το κίνημα επιβεβαίωσης των ταυτοτήτων, σε μια άλλη καταγραφή, είναι οι μορφές που λαμβάνει σήμερα αυτή η ασθενής τάση (σ.μ. προς την κοινότητα).