Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (1 ΑΠΟ 2)


Δεκέμβριος του 2012 , Jacques Wajnsztejn
Posted in: Variations no 17 ( http://variations.revues.org )


1Όπως πάντα, όταν ένας επαναστατικός κύκλος φθάσει στα όριά του, είναι πάνω στα όριά του που ευδοκιμεί ο επόμενος κύκλος, είτε πρόκειται για ένα αντεπαναστατικό κύκλο όπως αυτόν στα χρόνια 1920-1930 που διαδέχτηκαν τις ρωσικές και γερμανικές επαναστάσεις είτε πρόκειται αν ένα κύκλο από αναδιαρθρώσεις όπως αυτόν που διαδέχτηκε τα έτη 1960-1970. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η διαδικασία προχωρά με την ανατροπή αυτών των ορίων προς όφελος του.
2Η κριτική και το κίνημα άρνησης της εργασίας έχουν έτσι ανατραπεί προς όφελος του κεφαλαίου. Οι συχνές απουσίες και η αναστροφή έγιναν ευελιξία και ανασφάλεια. Οι εργαζόμενοι σε αλυσίδα έχουν εν μέρει αντικατασταθεί από ρομπότ και τα μεγάλα οχυρά των εργαζομένων κατεδαφίστηκαν. Η αναδιάρθρωση έχει γίνει μέσω μιας οργάνωση σε δίκτυο που συνδυάζει διάφορα κέντρα παραγωγής (reengering ). Έχουμε περάσει από ένα βιομηχανικό πλέγμα στην επιχείρηση- δίκτυο.
3Η κοινωνία της εργασίας έφτασε στο τέλος της ... και δεν υπάρχει λόγος να λυπόμαστε, αλλά η καπιταλιστική κοινωνική σχέση δεν έχει πει την τελευταία της λέξη. Προσπαθεί να αντισταθμίσει όλη την μάζα της ζωντανής εργασίας που έχει γίνει άχρηστη, μετατρέποντας κάθε δραστηριότητα, ακόμα και εκείνες που παρέμεναν στο περιθώριό της, σε χρήσιμες απασχολήσεις (ανάπτυξη αμειβόμενης «οικιακής» εργασίας, της επιμέλειας των παιδιών, του κοινωνικού τομέα, κλπ. .). Δεν πρέπει επομένως να συγχέεται η από-ουσιαστικοποίηση της δύναμης της εργασίας και το τέλος της εργασίας.
4Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία συνδυάζει την τάση για αξιοποίηση χωρίς την εργασία και την διατήρηση της εργασίας ως πειθαρχία, στοιχείο κυριαρχίας περισσότερο απ’ ότι εκμετάλλευσης.

Τι είναι η εργασια;

εργασία είναι μια δραστηριότητα ξεχωριστή από τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Δεν είναι πλέον η ζωτική δραστηριότητα που εκφράζει μια ορισμένη σχέση με τον κόσμο που την περιλαμβάνει, αλλά μια σχέση με μια φύση που έχει γίνει εξωτερική. Η δραστηριότητα αυτή συνδυάζει επομένως τον διπλό χαρακτήρα μιας τάσης για κυριαρχία πάνω στην φύση και την ίδια στιγμή είναι μια έκφραση μιας κυριαρχίας των ανθρώπων πάνω στους άλλους ανθρώπους. Το πλαίσιο αυτό είναι αρκετά προγενέστερο από την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η κυριαρχία είναι αυτό που είναι κοινό σε όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς, συμπεριλαμβανομένου αυτού του κεφαλαίου. Αλλά αυτή η κυριαρχία παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή της εκμετάλλευσης της ελεύθερης εργασίας στο καπιταλιστικό σύστημα και πολύ ειδικά στη φάση της τυπικής κυριαρχίας του κεφαλαίου (από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση έως το 1914) και στην πρώτη φάση της πραγματικής κυριαρχίας 1(1920/30). Μόνο σε αυτό το πλαίσιο η εργασία βρίσκεται στην καρδιά των κοινωνικών σχέσεων και έχουμε να κάνουμε με ένα «τρόπο παραγωγής», ενώ στα προ-καπιταλιστικά συστήματα, ακόμα και αν η πλειοψηφία του πληθυσμού εργάζεται, το κεφάλαιο συσσωρεύεται με πρωτόγονο τρόπο και η αξία εξαπλώνεται, η εργασία εξακολουθεί να περιλαμβάνεται σε ένα ευρύτερο σύνολο σχέσεων που ορίζονται από τους δεσμούς της προσωπικής εξάρτησης. Όπως είπε ο Μαρξ: οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων διαμεσολαβούνται από τα πράγματα, ενώ ο καπιταλισμός ορίζεται από τη σχέση μεταξύ των πραγμάτων που διαμεσολαβείται από τους ανθρώπους. Επομένως, η εξαφάνιση της μορφής του αστού ή ακόμα και του σύγχρονου καπιταλιστή δεν οδηγεί αυτόματα στην εξαφάνιση της εργασίας, όπως δείχνουν, αντιθέτως τα παραδείγματα της Ρωσικής Επανάστασης και του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου από τη μία πλευρά και η έλευση της «κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας» από την άλλη.
6Δεν πρόκειται επομένως για "απελευθέρωση" της εργασίας από τον καπιταλιστικό ζυγό της, η οποία θα σήμαινε την μη κριτική της εργασίας παρά μόνο με τη μορφή της μισθωτής εργασίας και ως εκ τούτου να κάνουμε την έννοια της εργασίας («εργασία γενικά»), την μοναδική έκφραση του μεταβολισμού με τη φύση 2 .
7Η δραστηριότητα δεν κρύβεται, όχι πλέον, κάτω από την εργασία στο βαθμό που η δραστηριότητα είναι πανταχού παρούσα ως δραστηριότητα σε κρίση και δραστηριότητα της κρίσης. Σε αυτή την κρίση, οι σχέσεις ανάμεσα σε εργασία και δραστηριότητα συνεχώς αντιστρέφονται: οποιαδήποτε δραστηριότητα φαίνεται να μετατρέπεται σε εργασία καθώς τίποτα δεν πρέπει να ξεφεύγει από την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, αλλά η εργασία παραμένει μια ευκαιρία για δραστηριότητα (τεχνογνωσία, καινοτομίες, εφευρέσεις, κοινωνικές σχέσεις), παρά την αλλοτρίωση που προσιδιάζει στην καπιταλιστική κοινωνική σχέση.
8Αν η κρίση της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων έγινε τόσο βαθιά, είναι επειδή το ίδιο το κεφάλαιο είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή της αμφισβήτησης της κεντρικότητας της εργασίας. Η πρακτική του δεν περνά μέσα από μια συνειδητή και πλήρη κατάργηση της εργασίας, αλλά από συγκεκριμένες αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία, που παράγουν μια τάση για αποουσιαστικοποίηση της δύναμης της εργασίας, μια τάση για αξία χωρίς εργασία από την υποκατάσταση της ζωντανής εργασίας (μεταβλητό κεφάλαιο) από την νεκρή εργασία (πάγιο κεφάλαιο). Η εργασία δεν είναι πλέον το κέντρο της διαδικασίας αξιοποίησης, δεν μπορεί πλέον να είναι κεντρική στο πλαίσιο της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας και οι αξιώσεις τις ως εκ τούτου απο-νομιμοποιούνται.  Αλλά, το κεφάλαιο την οργανώνει ακόμα μέσα από τις κατηγορίες των εργαζομένων και των αξιών τους, όπως αυτή της «αξίας-εργασία» όπως λένε οι πολιτικοί ηγέτες που συγχέουν την εργασία ως ιδεολογική αξία με την εργασία ως παραγωγό της υλικής αξίας. Όπως σε όλες τις μεταβατικές περιόδους, των μεγάλων ανακατατάξεων, το παλαιό συναντά το νέο.
9Για μας, η εργασία παράγεται ιστορικά από την επικράτηση της υλικής παραγωγής, που επέβαλε, για να δανειστώ μια φράση από τον Αντόρνο, μια σχέση κυριαρχίας στην εξωτερική φύση και όχι μια απλή ανταλλαγή ουσίας με τη φύση. Αυτή η κύρια δραστηριότητα επικεντρώνεται σε μια επικράτηση της υλικής παραγωγής που προκαλεί τον διαχωρισμό από τις άλλες δραστηριότητες και τη δυνατότητα συσσώρευσης ενός υπερπροϊόντος πέρα από τις συλλογικές ανάγκες της κοινότητας προέλευσης. Είναι σε αυτή τη βάση που σταδιακά η δραστηριότητα της εργασίας θα γίνει οικονομία της κοινωνίας και που οι θεωρίες για την αξία-εργασία και την παραγωγική εργασία θα αναπτυχθούν σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «τυπική κυριαρχία του κεφαλαίου. " Σε αυτή τη φάση, μπορούμε να πούμε ότι η ζωντανή εργασία είναι πραγματικά στο επίκεντρο των κοινωνικών σχέσεων, αν και προφανώς, δεν βρίσκει την χρήση της παρά  στην ύπαρξη και τη μεσολάβηση του άλλου πόλου της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή στην πλευρά του κεφαλαίου που συνίσταται στην νεκρή εργασία. Αλλά με το πέρασμα στην «πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου» (από το 1933 στις Ηνωμένες Πολιτείες και από το 1945  στην Ευρώπη και γενικευμένα από τα τέλη του 1960 έως το 1970), η διαδικασία αξιοποίησης τείνει να αυτονομηθεί από την διαδικασία της εργασίας. Είναι σε αυτή τη βάση που η κριτική της εργασίας θα λάβει τόσο μεγάλη σημασία για παράδειγμα στις  θέσεις των καταστασιακών και αυτές του περιοδικού Socialisme ou Barbarie σε θεωρητικό επίπεδο, στο Μαϊ του 1968 στην Γαλλία και στο Ιταλικό κίνημα άρνησης της εργασίας στα μεγάλα εργοστάσια του Βορρά 1969 - 1973. Αλλά η κριτική θεωρία, ποτέ δεν αιωρείται στον αέρα, το ζήτημα της κριτικής της εργασίας εν γένει - και όχι μόνο της μισθωτής εργασίας - προϋποθέτει ότι η συγκεκριμένη εργασία, η ζωντανή εργασία, δεν είναι πλέον η κύρια πηγή αξιοποίησης.
10Ωστόσο, αυτή η πλευρά της επίθεσης που συνιστούσε η κριτική της εργασίας δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι αυτό που είναι σημαντικό, τελικά, είναι η κριτική του κεφαλαίου ως ολότητα, ιδιαίτερα καθώς η αναδιάρθρωση που πραγματοποιήθηκε στις επιχειρήσεις εκείνη την εποχή, όπως το παράλληλο φαινόμενο της glo­ba­li­sa­tion/mon­dia­li­sa­tion (σ.μ. ο όρος glo­ba­li­sa­tion διακρίνεται από τον όρο mon­dia­li­sa­tion από το γεγονός ότι αναφέρεται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες εκτός της οικονομικής), σηματοδότησε μια εξέλιξη προς μια διαδικασία ολοποίησης που αντιληφθήκαμε λανθασμένα τότε.

Εργασια και πρακτικές αντι-εργασίας

11Σήμερα, η πρακτική αντι-εργασίας είναι η έκφραση μιας συγκεκριμένης υποκειμενικότητας η οποία, ως τέτοια, δεν έχει περισσότερη  επίδραση στις κοινωνικές σχέσεις από μια πρακτική που οδηγεί, πέρα απ’ όλα, να προσπαθήσει να κάνει κάποιος καλά την δουλειά του, τουλάχιστον στις περιόδους που δεν προσφέρουν τη δυνατότητα του περάσματος σε κάτι άλλο. Αυτή η αντίφαση είναι παρούσα από την αρχή του επαναστατικού κινήματος, όπως μπορεί να δει κανείς στην αντίθεση ανάμεσα σε ατομικιστές αναρχικούς και αναρχοσυνδικαλιστές. Αλλά η θέση της αντι-εργασίας των ατόμων όπως οι Darien ή Libertad παραμένει μια μειονότητα, διότι εκδηλώνεται ενάντια στο  ιστορικό ρεύμα της διαδικασίας που μετατρέπει τους προλετάριους των «επικίνδυνων τάξεων» σε εργαζόμενους. Αυτή η κριτική είναι επομένως ορισμένη από το εξωτερικό της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, όπως ήταν κατά την διάρκεια της εκδήλωσής της, στην εποχή που βασιζόταν στη σχέση εξάρτησης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αυτό είναι που θα κάνει τη ριζοσπαστικότητα μολονότι περιορίζει τα περιθώρια της πρακτικής. Είναι αυτή η ίδια εξωτερικότητα που χαρακτηρίζει την κριτική αντι-εργασίας που οδηγεί την Καταστασιακή Διεθνή στη δεκαετία του 1960. Εξωτερική κριτική επειδή δεν προκύπτει άμεσα ούτε από την κομμουνιστική θεωρία ούτε από την  πρακτική της ταξικής πάλης της εποχής. Αυτή τις προβλέπει από μια ευρύτερη ανάλυση των αντιφάσεων του κεφαλαίου και των κοινωνικών σχέσεων στην πορεία επαναστατικοποίησής τους με τη χρήση της τεχνο-επιστήμης, της επικοινωνίας κλπ..
12Αν αυτή η κριτική ξαναγίνεται δυνατή και ακουστή μετά από περισσότερο από μισό αιώνα  μαρξιστικής ιδεολογίας φανατικής της εργασίας, δεν είναι κατά κύριο λόγο επειδή αυτή αντανακλά σε ένα μικρό τμήμα της εργαζόμενης νεολαίας ή των φοιτητών της εποχής, αλλά επειδή η καπιταλιστική κοινωνική σχέση ξεκίνησε τη δική της κριτική της εργασίας. Η υποκειμενική κριτική βρίσκει εδώ τις αντικειμενικές συνθήκες της. Βλέπουμε έτσι να επανέρχεται παράλληλα, έστω και αν είναι λίγο αργά, ο Λαφάργκ και το δικαίωμα στην τεμπελιά και η ουτοπία μιας συνολικής αυτοματοποίησης, που κατέστη δυνατή από τον υψηλό βαθμό συσσώρευσης, αρχή ενός τέλους της εργασίας ως αλλοτριωμένη δραστηριότητα. Η θέση της IS από την άποψη αυτή δεν είναι διαφορετική από εκείνη των άλλων μαρξιστικών ρευμάτων της εποχής: η τεχνική πρόοδος δοξάζεται γιατί παραμένουμε στην πίστη της απελευθέρωσης ή από-αλλοτρίωσης από την Πρόοδο. Η ιδεολογία της αυτοματοποίησης της IS βασίζεται σε αυτό 3 .
13Στις άτυπες ομάδες που συμμετείχα εκείνη την εποχή 4 , η κριτική της αντι-εργασίας είναι συνδεδεμένη με προλεταριακές πρακτικές (απουσίες και σαμποτάζ, άγριες απεργίες χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα που είναι συνήθεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 1970).  Επιπλέον, η κριτική αυτή συνδέεται σε θεωρητικό επίπεδο, με την ιδέα της αυτο-άρνησης του προλεταριάτου. Αυτή είναι η τάση η πιο προηγμένη, εκείνη την εποχή, για να προσπαθήσει να λύσει, τουλάχιστον θεωρητικά, την περίφημη αντίφαση στην οποία ο Ντεμπόρ και η IS απέτυχαν, δηλαδή αφενός την άσκηση κριτικής της εργασίας στο υψηλότερο επίπεδο ("Μην εργάζεστε ποτέ") και αφετέρου την υπεράσπιση των εργατικών συμβουλίων.
14Κατανόηση της παραγωγής του κεφαλαίου ως αντιφατική κοινωνική σχέση σημαίνει την άρνηση μιας προσέγγισης τύπου ή / ή (ή το ένα ή το άλλο) (π.χ. εργασία ή τεμπελιά), επειδή η εργασία είναι ένα συστατικό της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης, κατάφαση και άρνηση συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο προλετάριου.
15Άρνηση της εργασίας δεν μπορεί επομένως να είναι μια διαχωριστική γραμμή, διότι δεν είναι ούτε μια θέση (αυτό είναι μια έκφραση της υποκειμενικότητας), ούτε μια απαίτηση ούτε μια συγκεκριμένη δράση (όπως η κατάργηση της εργασίας στην επανάσταση). Πρόκειται για ένα επαναστατικό κίνημα που έχει τεθεί ιστορικά, μια συγκεκριμένη μορφή της ταξικής πάλης, αλλά περιστασιακή. Είναι η ριζοσπαστικοποίηση αυτού του κινήματος που θα μπορούσε μόνο να δημιουργήσει τις επαναστατικές συνθήκες και την αυτοαναίρεση του προλεταριάτου προς μια ανθρώπινη κοινότητα (μια επανάσταση με τίτλο "ανθρώπινο 5  "). Εν τη απουσία του, το κίνημα θα υποχωρήσει γρήγορα, διότι δεν είναι μια υπερασπίσιμη συλλογική θέση.
16Η άρνηση της εργασίας δεν αποτελεί στοιχείο της ταξικής συνείδησης, γιατί αυτή περιλαμβάνει τη επιβεβαίωση της εργασίας ως δυνητική ικανότητα της παραγωγικής τάξης, ικανότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο. Η άρνηση της εργασίας ως άρνηση είναι η ρήξη με αυτή τη διαδικασία επιβεβαίωσης και δεν αναπτύσσεται παρά σε στιγμές κρίσης στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων. Για το λόγο αυτό η διαμάχη της εποχής μεταξύ του J. Zerzan (άρνηση της εργασίας ως ριζοσπαστική επιθυμία) και Ch. Reeves (άρνηση της εργασίας ως έκφραση ενός ευνοϊκού συσχετισμού δύναμης) παραμένει μάταιη αν εκλάβουμε την διαμάχη σε θεωρητικό επίπεδο, ενώ αυτή εκφράζει ένα σημείο ανατροπής της ιστορίας: για την κατάργηση του κεφαλαίου και της εργασίας από τους προλετάριους ή για το τέλος της κεντρικότητας της εργασίας για το κεφάλαιο 6 .
17Τώρα ξέρουμε ποιος κέρδισε, τουλάχιστον προσωρινά, αλλά όπως σε κάθε πράγμα ουδέν κακό αμιγές καλού, υπάρχει τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα στη σημερινή κατάσταση, είναι ότι η εργασία δεν μπορεί πλέον να επιβεβαιωθεί, ούτε όπως εκφράστηκε από μια τάξη ούτε ως ουσία ή μέτρο της αξίας. Η παλιά αντίφαση, εσωτερική στο προλεταριάτο, μεταξύ επιβεβαίωσης και άρνησης κατέστη άκυρη. Η επιβεβαίωση της εργασίας που ήταν εν μέρη η εργατική τάξη διαλύθηκε στην αποβιομηχάνιση, στους αγώνες για τη συνταξιοδότηση, στην παραίτηση στην εργασία-εισόδημα συστατικό των αδιαφοροποίητων ατόμων-μισθωτών. Δεν υπάρχει χώρος για ένα μεσσιανικό όραμα του προλεταριάτου ως τάξη στην οποία είχε ανατεθεί το διπλό έργο μιας προοδευτικής εκβιομηχάνισης, σε συνεργασία με την αστική τάξη και μιας προλεταριακής επανάστασης ανταγωνιστικής στο κεφάλαιο.
18Δεν υπάρχει επομένως πλέον μια απόλυτη ταύτιση με μια εργασία που θα ήταν μια θετικότητα αφεαυτή, αλλά απομάκρυνση και αυτό είναι που είναι δυνητικά ανατρεπτικό. Αυτή η απομάκρυνση που υπερβαίνει το ζήτημα της εργασίας (μισθωτής ή όχι) και η οποία  κάνει το άτομο να μην συγχωνεύεται ποτέ με το αντικείμενο της δραστηριότητάς του, είναι ακριβώς αυτό που καθορίζει τον άνθρωπο και κάνει την ιδιαιτερότητά του, αλλά δεν εμφανίζεται συνεχώς. Αυτή η ιδιότητα του ανθρώπου είναι επίσης αυτή που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το μυστήριο της συμμετοχής στην εργασία. Η εργασία δεν είναι παρά κυριαρχία και εκμετάλλευση, που ορίζεται από το γεγονός ότι είναι μια δραστηριότητα κατά παραγγελία, είναι επίσης πειραματισμός, τεχνογνωσία και κάποιες φορές επίσης πάθος για δραστηριότητα. Φυσικά, όσο απομακρυνόμαστε από την εργασία τύπου τεχνήτη και συγκεκριμένα από τις απτές μορφές εργασίας, η πτυχή αυτή γίνεται όλο και πιο δευτερεύουσα ή εξαφανίζεται, ακόμη και αν αυτό συνεχίζει να λειτουργεί στη εργατική συνείδηση ​​μιας συλλογικής εργασίας.
19Από την άποψη της σαφήνειας της γλώσσας, θα ήταν καλύτερα να γίνει διάκριση μεταξύ της αξίας-εργασίας (ή ακριβέστερα της θεωρίας της αξίας-εργασίας) και της ιδεολογίας της εργασίας ως αξία, αλλιώς συσκοτίζεται η οικονομική και αντικειμενική πτυχή του πράγματος και δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι το ένα δεν πάει χωρίς το άλλο, ότι δεν είναι μια μάσκα. Συσκοτισμένοι από την αναπαράσταση (φετιχισμός) και το αποτέλεσμα στην αγορά (τα προϊόντα), κάποιοι επικεντρώνονται στην μορφή-αξία και την αφηρημένη εργασία η οποία θα είναι το περιεχόμενο, ξεχνώντας ότι το σημείο εκκίνησης είναι η δραστηριότητα μετασχηματισμού της εξωτερικής φύσης, μέσω της υλικής παραγωγής και όχι μόνο των σύγχρονων συνθηκών της ύπαρξης, μέσα σε καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις που δεν αποτελούν το αντικείμενο παρά μιας ιδεολογικής αμφισβήτησης. Διαφορετικά, δεν θα καταλάβουμε γιατί ο ελεύθερη εργαζόμενος του καπιταλισμού συνεχίζει να εργάζεται, εάν η εργασία είναι μόνο tripalium . Η μισθωτή εργασία είναι στην πραγματικότητα μια διάσταση της υπόθεσης και όταν οι εργαζόμενοι της Continental, της Arcilor-Mittal και άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι ακόμη παραγωγικοί και χρήσιμοι, δεν είναι κατά κύριο λόγο επειδή ελπίζουν πείσουν τα αφεντικά τους ή το κράτος, αλλά επειδή εξακολουθούν να πιστεύουν στη θεωρία της αξίας-εργασίας (είναι αυτοί που παράγουν πάντα και στις ίδιες αναλογίες, το κοινωνικό πλούτο) και στην εργασία ως αξία σε σχέση με την κερδοσκοπία, τον απεχθή χρηματοπιστωτικό τομέα κλπ.. Δεν καταλαβαίνουν τη ρίζα της διαδικασίας της  από-ουσιαστικοποίησης της δύναμης της εργασίας. Ωστόσο, δεν μπορούν πλέον να διεκδικήσουν την εργασία και γι 'αυτό είναι λιγότερο διστακτικοί να χρησιμοποιούν μεθόδους αγώνα ανάλογα με την απελπισία τους.  Μια απελπισία των εργαζομένων που εξακολουθεί να καθορίζεται κατά κύριο λόγο από την εργασία τους, ενώ τους ζητείται να μην εργάζονται πλέον ή για κάποιους, να έχουν μια απασχόληση που δεν τους φαίνεται πλέον ως εργασία αλλά ως μια απλή δραστηριότητα επιβίωσης ή μια θέση 7 .
20Τοποθετούμενος κάποιος πέρα από την εργασία, γεγονός που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη δύναμη της άρνησης, σημαίνει να επανεκκινήσει πάνω στις ίδιες βάσεις όπως και στην προγενέστερη περίοδο. Αυτό εξακολουθεί να σκοντάφτει πάνω στο ζήτημα της δραστηριότητας, των κοινωνικών σχέσεων, όλων αυτών που δεν τίθενται μόνο από την άποψη της άρνησης, όπως φαίνεται στην τρέχουσα ανάπτυξη των εναλλακτικών πρακτικών που δεν μπορούν να μειωθούν σε καθαρό ρεφορμισμό.
21Δεν μπορεί να σωθεί η κεντρικότητα των παραγωγών στο προλεταριακό πρόγραμμα καλώντας για μια ενότητα μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών. Αυτό αντιστοιχεί ίσως σε ένα επαναστατικό πρόγραμμα που έχει εγγραφεί στο θεωρητικό του αέτωμα: κατάργηση όλων των διαχωρισμών," αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό αν συμφωνηθεί να αναγνωριστεί ακριβώς ότι  το κεφάλαιο έχει, δυνητικά, διαγράψει τους παραγωγούς και ενοποιήσει τη διαδικασία του; Και πάλι όμως δεν μπορούμε να ισοπεδώσουμε τις συνταγές του προλεταριακού προγράμματος σε μια κατάσταση που δεν είναι πλέον αυτή της ταξικής πάλης μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου. Είναι η θέση της αυτοάρνησης του προλεταριάτου που είναι άκυρη. Αυτή η θέση θεμελιωδώς α-ταξική και, συνεπώς, αδύνατο να κρατηθεί σε μια ταξική συζήτηση, γίνεται ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που το κεφάλαιο έχει ενσωματώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των τάξεων, από τη στιγμή που είναι αυτό που επιδιώκει να αρνηθεί την αμοιβαία εξάρτηση μεταξύ των δύο πόλων των κοινωνικών σχέσεων, με λίγα λόγια, αυτό-προϋποτίθεται όπως δείχνει σήμερα ο ρόλος του πλασματικού κεφαλαίου 8 ως αυτοπροϋπόθεση του κέρδους («Χ-Χ (χρήμα-χρήμα) τείνει να συμβεί χωρίς να περάσει από Χ-Ε-Χ (χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα) ').
22Υπάρχει πρόβλημα όταν προβάλλεται ένα πρόγραμμα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές και ως εκ τούτου οι συνθήκες από τις οποίες θα πρέπει να εκκινήσει. Βρίσκουμε αυτό το πρόβλημα όταν κάποιοι εγείρουν το ζήτημα της οικιοποίησης του παραγόμενου πλούτου. Η κεφαλαιοποιημένη κοινωνία δεν χαρακτηρίζεται πλέον  παρά από αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε μια τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων. Αυτό που συσσωρεύεται σήμερα, είναι όλο και περισσότερο μη οικειοποιήσιμα πράγματα που θέτουν το ζήτημα της χρήσης τους. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είμαστε πλέον στο πλαίσιο της υπεροχής της υλικής παραγωγής και στο σχέδιο της διαλεκτικής των τάξεων, «η απαλλοτρίωση των απαλλοτριωμένων» και «τίποτα δεν είναι δικό τους όλα είναι δικά μας" είναι μόνο συνθήματα για επαγγελματίες επαναστάτες και όχι τα εργαλεία της πολιτικής παρέμβασης. Έτσι, η επανενεργοποίηση του συνθήματος «να πάρουμε από το σωρό (Σ.Μ. «prise sur le tas» από τον Κροπότκιν)», δεν έχει κυριολεκτικά καμία έννοια έξω από αυτή μιας πρόσκαιρης δράσης λεηλασίας σε μια αυθόρμητη εξέγερση. Πρόκειται για μια δράση και όχι πράξη.
23Σε αυτή τη βάση δεν μπορούμε παρά να καταφύγουμε σε ένα από τα πιο σκοτεινά ζητήματα της θεωρίας του Μαρξ: αυτό των αναγκών και εν τέλει αυτό της κοινωνικής χρησιμότητας. Δεν θα αναπτύξω εδώ αυτό που θα μπορούσε να είναι μια διαλεκτική αναγκών / επιθυμιών, αλλά η συζήτηση είναι ανοιχτή με τεράστια θέματα που εγείρει, τόσο για τις σχέσεις με την εξωτερική φύση όσο και με την εσωτερική φύση. Άλλωστε, πολλά πράγματα που ήταν χρήσιμα μόνο σε σχέση με τη λογική του κεφαλαίου θα εξαφανιστούν αντίθετα σ’ αυτό που φαίνεται να πιστεύει το ρεύμα της "κομμουνιστικοποίησης." Το ερώτημα τίθεται για την ανθρώπινη δραστηριότητα σε όλες τις μορφές της. 

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Échanges sur la Grèce



ΑΝΑΔΙΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://blog.tempscritiques.net/archives/421#more-421

i-dessous une correspondance sur la situation grecque entre Jacques Wajnsztejn et Panagiotis Kokkinis initiateur du blog capital-revolution.blogspot.fr qui traduit dans sa langue de grandes parts des textes de Temps critiques.

Le 2012/11/26

Bonjour,
Nous avons été alerté de l’existence de votre blog où figurent des débuts de traduction de textes de notre revue Temps critiques. Nous avons pu vérifier auprès d’amis grecs que ces traductions étaient sérieuses même si elles restaient incomplètes, mais nous aimerions savoir dans quelle perspective vous les avez entreprises et nous sommes aussi étonnés que vous n’ayez pas cherché à prendre contact personnellement avec nous. Mais après tout le plus important c’est que les textes circulent. Pour info, nous vous signalons qu’un article du n°2 de Temps critiques (« La crise de l’État-nation » de JW) a été traduit en grec et il se trouve sur notre site.
JW


Le 27/11/2012

Bonjour,
Votre texte “La crise de l’État-nation” a été la raison pour commencer à lire votre site quelques mois avant de créer le blog. Je ne suis pas un traducteur professionnel (je suis ingénieur et je travaille dans un hôpital), c’est pourquoi certaines traductions sont encore incomplètes. Pour compenser cette faiblesse j’ai lu beaucoup de vos écrits pour avoir une image plus complète, afin d’améliorer les traductions et pour éviter de les falsifier.
J’ai demandé aussi l’avis d’un traducteur professionnel qui a traduit des livres politiques français et les a trouvées assez bonnes .
Vos écrits m’ont aidé à comprendre de ce qui se passe aujourd’hui en Grèce (par exemple, la désinstitutionnalisation de la justice, avec les processus de socialisation, la soustraction de l’interprétation constitutionnelle par les tribunaux de bas grade, la restructuration en réseau etc.).
J’ai fait cet effort parce que je crois que votre analyse critique est très importante.
Panagiotis Kokkinis



Bonjour,
Merci en tout cas.
Je crois effectivement que la situation en Grèce ne doit pas nous laisser indifférent. Mais malheureusement, la plupart des informations ou commentaires qui nous parviennent concernent des luttes qui nous apprennent certes des choses sur le niveau de tension entre les forces en présence, mais qui ne nous disent rien sur les perspectives en cours. Beaucoup ici font alors comme si la Grèce était un laboratoire de la révolution future… ou de la contre-révolution, sans analyser les caractères de l’État grec et du patronat. Or il me semble que c’est à cause de ses caractéristiques propres que la Grèce ne peut servir de modèle, mais nous donne à réfléchir quand même dans le cadre théorique que nous avons développé.
Je m’explique : L’État grec représente bien quelques caractéristiques de ce que l’on peut appeler l’État-nation avec sa lutte pour la souveraineté nationale contre les Turcs et en conséquence son budget militaire démesuré par rapport à son PIB. Mais il n’en a pas les autres caractéristiques comme par exemple la capacité de lever des impôts sur les bénéfices des grands armateurs et du patronat, sur les biens de l’Église etc. Il n’a pas non plus parcouru les différentes étapes de la démocratie bourgeoise et les périodes démocratiques qui ont été entrecoupées de périodes militaires ou fascistes ont débouché sur un type de parti politique népotiste et clientéliste. Comme par certains côtés en Italie ou à un autre niveau en Russie, mais ici c’est bien plus accentué et ce qui est le plus anachronique côtoie ce qui est le plus moderne.
C’est pour cela que, comme tu le dis dans ta lettre, on peut avoir déjà d’un côté une désinstitutionalisation d’un État-nation qui n’avait pas atteint sa phase de maturité tout en ayant développé quand même sa « surface » bureaucratique (nombre élevé de fonctionnaires, croissance exponentielle de son nombre d’étudiants) et de l’autre une restructuration en réseau facilitée par ce manque de maturité et l’existence d’un capital immédiatement mondialisé de par sa sectorisation particulière (les transports maritimes, le tourisme) et les subventions européennes qui ont orienté son mode de développement.
Quels sont alors les perspectives ? Sûrement pas des perspectives révolutionnaires, même si des tendances insurrectionnelles se manifestent ici et là, en l’état actuel de l’isolement de la Grèce. Il faudrait au minimum que l’Espagne et l’Italie et encore mieux la France entrent dans un même processus de reproduction problématique des rapports sociaux pour que la question soit vraiment à l’ordre du jour. Ce serait, à mon avis, la seule possibilité pour que la Grèce saute l’étape de la consolidation démocratique. D’une manière plus générale, cette question de la démocratie a été à la base de toutes nos défaites ces dernières années ; que ce soit au sein du mouvement révolutionnaire des années 1968-1977 en Italie, où en France en mai 1968 avec le triomphe gaulliste aux élections de fin juin 1968, ou encore après la « révolution des œillets » au Portugal ou enfin avec l’absence de résurrection de l’anarchisme espagnol après la mort de Franco. Non la tendance est plus à un choix limité entre d’un côté des forces de gauche regroupées autour du parti Syriza (une sorte de Front de gauche français qui finalement n’aboutirait au mieux qu’à un mélange de nationalisme économique à la Montebourg et de national-populisme à la Mélenchon) et de l’autre le parti de la globalisation et de l’intégration accrue de la Grèce à un ensemble économique qui verrait la question de sa souveraineté passée au second plan. Une solution à la slovène en quelque sorte qui aurait « l’avantage » d’avoir l’aval de l’Allemagne et des pays du Nord de l’Europe. Rien de bien réjouissant donc, mais il n’y a rien de bien réjouissant chez nous non plus. La difficulté est de dire cela lucidement et en même temps de participer aux luttes telles qu’elles se produisent. Nous en sommes tous là.
Pour finir, quelques camarades de Paris sont actuellement en Grèce pour une sorte d’enquête sur la situation. Il aurait été bien que tu puisses les rencontrer, mais il faudrait me donner vite une adresse ou un numéro de téléphone que je leur ferais passer afin que vous puissiez vous joindre avant leur retour en France.
A te lire prochainement,
Pour Temps critiques,
Jacques Wajnsztejn


Le 5/12/2012

Bonsoir.
Désolé pour mon retard. Mon contrat se termine à la fin de l’année, je cherche du travail (les seuls emplois que je trouve sont à Dubaï et au Koweït).
Je vais essayer de faire une brève description de la situation:
Le plus marquant de la politique de l’Etat grec ces dernières années ce sont les mesures dites horizontales.
Il ne s’agit pas simplement des mesures visant à organiser davantage une baisse des revenus, mais aussi que celles-ci soient la négation absolue de toute exception, même dans les cas où il est impossible de mettre en œuvre ces mesures pour les plus démunis (chômeurs, pauvres, handicapés, etc.). Dans le dernier mémorandum il y a aussi des mesures supplémentaires de taxation fiscale pour les familles avec enfants (“l’homme en trop” !). C’est le refus absolu du rôle de l’État dans la reproduction des rapports sociaux. Ce cynisme extrême semble être le néolibéralisme en action, même dans les cas où il ne peut y avoir des résultats économiques. Il s’agit en fait d’une expérimentation politique de désinstitutionnalisation rapide.
Les critiques dominantes face à ces politiques se font en termes d’analyse des classes. Je veux dire que la majorité de ceux qui résistent en Grèce tiennent toujours le fil rouge des luttes de classes sans se rendre compte qu’il est cassé. (les intérêts de classe ne sont plus la condition de la révolte ou de la résistance).
La situation s’est considérablement aggravée avec la montée du parti fasciste Hrysi avgi. De nombreuses pièces du mouvement (surtout les anarchistes et trotskistes) sont orientées à créer des organisations antifascistes. Ils affrontent le problème comme une externalité avec une approche militariste*. Ils perçoivent le phénomène fasciste comme systémique, comme l’organe de l’État, etc, et non comme un résultat des contradictions et des relations sociales. Ils essaient de construire une unité basée sur le travail et les intérêts communs et quand celle-ci ne correspond pas à la réalité, alors tant pis pour la réalité !
Par exemple, l’Etat a propulsé la création de comités contre le commerce illégal par les immigrés en collaboration avec des associations commerciales (après les attaques fascistes contre les immigrés dans les marchés aux puces en plein air). Les organisations antifascistes ignorant cette réalité ont essayé de trouver des intérêts communs entre les commerçants et les immigrants !
D’un autre côté, le plus prometteur, il y a une augmentation du nombre de collectifs qui se concentrent sur la solidarité (cuisines collectives dans les zones des sans-abri et des immigrants, les écoles gratuites pour les immigrants, les bazars gratuits, les écoles de musique et de danse gratuites etc.) et qu’on retrouve aussi dans les arts (théâtre, musique, multimédia, expositions collectives, espaces de création et d’échange communs, etc) avec des vues plus ou moins politiques. Bien sûr, l’élément dominant pour la plupart d’entre eux est le besoin de resocialisation. Dernièrement, il y a une tendance à la multiplication des échanges et la communication entre de nombreux collectifs. Avec un ou deux de ces collectifs actifs dans le domaine de l’art et de la politique (http://www.happyfew.gr ethttp://dangerfew.blogspot.gr j’ai des échanges fréquents et ils ont trouvé très intéressants vos écrits).
Panagiotis Kokkinis
On retrouve un peu ici le schéma insurrectionniste qui sépare ami-ennemi comme s’il n’y avait aucun rapport entre eux [note de JW]

Le 6/12/2012

Quelques précisions.
Comme exemple de taxation pour tous, la taxe foncière par rapport à la zone et à la surface de chaque propriété, envoyée sur la facture d’électricité sans aucune mesure d’exemption pour les propriétaires sans revenu, pour les chômeurs etc. Or en Grèce 80% des personnes sont propriétaires de leur habitation.
Mais aussi, en Grèce 45% des personnes actives, au début de la crise, étaient des travailleurs indépendants (ingénieurs, avocats, artistes, etc). Mais pour avoir le droit d’exercer leur profession ils doivent payer un impôt d’un montant de 500 € par an tandis qu’une grande partie d’entre eux sont maintenant au chômage et sans aucun revenu au cours de cette même année.
Panagiotis Kokkinis


Le 9/12/2012

Il y a une virtualisation du politique avec un déclin des institutions et de plus en plus de mesures non institutionnelles qui sont prises comme les taxations fiscales. Ce déclin des institutions redouble celui des syndicats qui sont tenus à l’écart des négociations sur la réforme au profit d’associations professionnelles. Le gouvernement a tendance à s’adresser directement à l’opinion publique en lui communiquant les différents scénarios de la réforme en cours. Les médias et les instituts de sondage sont mis à contribution afin de tester les réactions de la population.
Ce qui reste de l’État semble se redéployer vers le social pour le dominer à travers l’action des ONG, de l’Église et des services sociaux des municipalités avec la bénédiction des autorités politiques allemandes dans la mesure où ça vient compenser la pilule amère des réformes.
Au-delà de la baisse des revenus qui résulte de ces réformes (baisse de niveau de reproduction), qui a probablement son origine dans la prédominance de l’Allemagne au sein de la zone euro, il semble que les mesures actuelles sont une vaste utilisation de l’économie (de la crise économique) comme outil de restructuration propre à surmonter la crise de reproduction.
Par exemple:
- en Grèce il n’y avait pas de bulle immobilière et le taux élevé que les Grecs ont comme propriétaires de leur habitation. Ce pourcentage s’explique par l’urbanisation tardive de la Grèce et semble être un obstacle pour la restructuration. Or le caractère sacré de la propriété ne correspond pas à la société capitalisée, à la prédominance des formes immatérielles du capital).
- la forte taxation des travailleurs indépendants et la chute de leur chiffre d’affaires conduira à l’augmentation du pourcentage de ceux qui travaillent en tant qu’employés. Il faut noter que les associations professionnelles ont résisté plus efficacement à l’attaque (taxis, transporteurs, etc) par rapport aux travailleurs salariés, ce qui montre aussi la grande importance, pour le pouvoir en place, d’assurer la continuité de la reproduction par la circulation encore plus que par la production (l’inessentialisation de la force de travail).
Panagiotis Kokkinis


Le 10/12/2012
L’aspect le plus étrange dans ces mesures est précisément l’absence de toute exemption. Jusqu’à présent, ils perçoivent la plus grande quantité possible de taxes et laissent une grande partie de la population sans revenu avec une dette à l’IRS (le bureau des impôts) sans faire aucun réglage. Mais cet absence de réglage s’accompagne d’une indifférence de l’État pour l’application universelle des lois. Par exemple, l’impôt foncier n’est pas payé par 30% des propriétaires.
La Gauche attribue cette caractéristique particulière de ces mesures à l’incapacité de l’État grec, mais je crois que c’est une interprétation très trompeuse qui obscurcit le processus de désinstitutionnalisation de l’État.
Je ne sais pas si mes conclusions sont correctes. Je n’ai pas d’aide dans cet effort, juste j’essaye avec quelques outils critiques de comprendre certains aspects de la politique fiscale qui constitue le cœur de ces mesures.
Panagiotis Kokkinis


Le 11/12/2012
Je pense qu’il y a un mouvement parallèle et complémentaire, comme vous le dites: “une autonomisation de la forme financière en phase avec l’autonomisation des institutions.” mais je suis un peu confus et je n’ai pas une image claire de l’ensemble du processus.
Panagiotis Kokkinis


Le 18/12/2012

Bonjour,
Pour préciser, quand nous parlons d’autonomisation de la forme financière, nous ne voulons pas dire qu’il y a déconnexion entre économie financière et économie productive (la thèse la plus souvent défendue par les critiques du néo-libéralisme et même par des critiques du capitalisme en général), puisque nous pensons au contraire que la finance représente le cœur de la coordination capitaliste. Nous insistons seulement sur le fait que les formes de cette financiarisation peuvent accéder à une certaine autonomie au sens où elles peuvent développer leur propre rationalité qui peut être contradictoire avec la rationalité macro-économique d’ensemble. Il en a été ainsi pour les innovations financières qui ont été à la base de la crise de 2008. Cette autonomisation correspond à une sorte de virtualité de la finance dans la mesure où cette dernière tend à transgresser l’immobilisation du capital productif sans pouvoir s’en défaire. La contradiction entre préférence pour la liquidité et nécessité de l’accumulation correspond à la contradiction entre valorisation immédiate et valorisation à terme. Mais le but reste le même : la capitalisation et donc l’accroissement et la circulation de flux de richesse (revenus).
Bien à toi,
Jacques Wajnsztejn


Le 18/12/2012

Pour préciser encore, nous ne parlons pas seulement d’autonomisation des institutions, mais de résorption des institutions (cf. les articles de J.Guigou sur « l’institution résorbée »), c’est-à-dire pas seulement d’une situation à l’italienne où la Justice s’autonomise d’un pouvoir politique faible pour réaliser sa lutte contre les mafias et les différents groupes brigadistes d’extrême gauche, puis contre les politiciens corrompus comme dans l’opération mani pulite, mais d’une situation plus générale d’un État qui se restructure en dehors ou sans les médiations traditionnelles qu’il utilisait dans le cadre de l’État-nation.
Il est pour nous évident que ces deux mouvements (la tendance à la financiarisation et le déclin de la forme État-nation) sont liés. Mais comme je te l’ai déjà dit la situation en Grèce est différente puisque premièrement la financiarisation reste relativement extérieure ou étrangère (dans tous les sens du terme) à la société grecque et que l’État n’a jamais véritablement développée la panoplie complète de l’État-nation. En faisant dans le « tout social » comme tu le dis dans une de tes lettres, il pense ainsi sauter la phase de transition vers ce tout social qu’a pu constituer la forme État-providence de l’État-nation. Un État qui se restructurerait à partir de rien finalement puisque la structure de base lui manque. D’où l’importance, comme tu le signales, du problème de l’impôt…et parallèlement d’un soutien de la finance internationale (la Grèce ne peut appliquer la politique de souveraineté de l’Argentine).
A propos du « tout social » et des initiatives en ce sens, le gouvernement français n’est pas si éloigné de ce qui se fait en Grèce avec son idée de développer les réseaux de l’économie sociale en faveur de l’emploi des jeunes. Là aussi les municipalités, les départements sont convoqués au sein de « missions locales » et les chambres régionales de l’économie sociale font le lien entre les politiques publiques, les besoins des associations et le montage des projets.
Bien à toi,
Jacques Wajnsztejn



Bonjour,
Je suis d’accord, en général, sur votre analyse de L’État grec. Ce caractère clientéliste des partis grecs a créé une multitude de privilèges pour divers groupes sociaux et professionnels. Cette situation favorise le corporatisme et, enfin, la baisse généralisée des revenus imposée sans trop de résistance puisque chaque groupe reste isolé.
Cette structure et cette surréglementation, sont également favorables à la désinstitutionnalisation et à la socialisation de l’État.
Je suis également d’accord sur l’analyse pour SYRIZA. Le problème est la pénétrabilité de SYRIZA dans de nombreux domaines et groupes précisément à cause de sa politique nébuleuse et de l’absence de critique sérieuse.
Dans le mouvement anar et anti-autoritaire à Athènes il y a la même opposition qu’ailleurs entre les “sociaux” et “individualistes-nihilistes”, mais la situation n’est pas aussi claire en raison de l’action intense du parti fasciste. Cependant je crois que, finalement, le vainqueur sera le même parce qu’il y a une dynamique et une multiplication des actions orientées vers la solidarité et d’autre part il y a une impasse pour les groupes qui sont orientées principalement vers une action antifasciste avec une approche militariste.
Pour les traductions, je n’ai pas de réponse, la dernière fois que j’ai parlé avec lui (le traducteur), il a eu quelques problèmes.
Bien à toi,
Kokkinis Panagiotis

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΤΥΟ, ΔΙΚΤΥΟ ΚΡΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ


Φεβρουάριος του 2003 ,  Jacques Wajnsztejn


1Η μορφή του δικτύου που εμφανίζεται για παράδειγμα στην αύξηση της περιφερειοποίησης (το σχέδιο κράτος-Περιφέρεια και την ενίσχυση του ρόλου των τοπικών αρχών) με την εφαρμογή των σχεδίων για τις γειτονιές (DSQ, για τις «υποβαθμισμένες» γειτονιές, αλλά επίσης με την πρόσφατη εισαγωγή παντού των «συμβουλίων γειτονιάς»), τα ενωτικά σχέδια που εκπονούνται σε συνεργασία με τις δημόσιες εξουσίες, δεν σημαίνουν λιγότερη κρατική παρέμβαση, αλλά μια αναδιάρθρωση, αναδιάταξη των δραστηριοτήτων της, στην εποχή της κρίσης των παραδοσιακών μεσολαβήσεών της, όπως αναφέρεται και στο προηγούμενο άρθρο μας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η κίνηση αυτή πραγματοποιείται σε μια νέα μορφή δημοκρατίας που διαταράσσει τη σχέση μεταξύ της εκπροσώπησης και της νομιμοποίησης. Η τελευταία ήταν παραδοσιακά συνδεδεμένη με την ιδέα της πλειοψηφίας ή σε κάθε περίπτωση με την πραγματικότητα μιας ισχυρής παρουσίας στο έδαφος. Αυτή η οποία κυριαρχούσε, για παράδειγμα, στον ορισμό της «συνδικαλιστικής εκπροσώπησης." Όμως όλο και περισσότερο σήμερα, οι ενώσεις αναγνωρίζονται ως νόμιμες, χωρίς να είναι αντιπροσωπευτικές σε οτιδήποτε άλλο ... από τα μέλη τους! Οι κυβερνήσεις τις επικυρώνουν, ωστόσο, για να κάνουν τις διαμεσολαβήσεις, ακόμη και αν ήταν εν μέρη εικονικές στην αρχή. Στην όλο και μεγαλύτερη αφαίρεση των κοινωνικών σχέσεων της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας αντιστοιχεί ένα σύστημα απτής ενεργοποίησης των ίδιων αυτών σχέσεων. Ο Μηδενισμός του κεφαλαίου στα όρια που το κράτος γνωρίζει, αυτό που από τις χρηματοδοτήσεις του εξασφαλίζει τους νέους δεσμούς που συμμετέχουν σε αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν «κατασκευή του κοινωνικού».  Μπορούμε επίσης να δούμε από αυτό το παράδειγμα, ότι τα όρια του δημόσιου και του ιδιωτικού είναι όλο και πιο δυσδιάκριτα. Φυσικά θα μπορούσε κανείς να βρει σ’ αυτή την αντιπροσώπευση μια εγκατάλειψη της αποστολής των δημόσιων υπηρεσιών, μία διακριτή μετάβαση στον ιδιωτικό τομέα, μείωση του προσωπικού και του κόστους των δημόσιων υπηρεσιών για την ανάπτυξη των νέων μορφών εθελοντισμού, αλλά δεν μπορούν όλοι να το εξετάσουν από την άποψη της αποδοτικότητας και του «κοινωνικού ελέγχου 1 ". Αν κεφάλαιο έχει ενσωματώσει 2 την βασική αντίφαση της αστικής του φάσης, της "τυπικής κυριαρχίας" στην κοινωνία, δηλαδή, την αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, δεν έχει καταφέρει να επιλύσει την συγκεκριμένη αντίφαση στην πραγματική κυριαρχία, αυτή που τείνει να αρνηθεί κάθε κοινωνική σχέση, κάνοντας τους ανθρώπους περιττούς και ως εκ τούτου να καταστεί μια υλική κοινότητα, ενώ απ’ την άλλη η "διαχείρισή του, των ανθρώπινων πόρων", το οδηγεί να κάνει "το κεφάλαιο το πιο πολύτιμο! "
2Σύμφωνα με τα λόγια του Nicolas, το κράτος είναι παντού όπου τα δημόσια χρήματα επενδύονται, ακόμη και αν η παρουσία του δεν περνά πλέον μέσα από μια θεσμική μορφή. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αλλαγή σε σχέση με το μοντέλο των δημόσιων υπηρεσιών στο έθνος-κράτος. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν φαίνεται πλέον ότι σχετίζονται (για καλό ή για κακό) με ένα κοινό αγαθό, αλλά ως κάτι που είναι κατάλληλο για άτομα ή συγκεκριμένες ομάδες, ενισχύοντας έτσι ή υποβαθμίζοντάς τες, στις σχέσεις εξουσίας και τις προγενέστερες θέσεις 3 . Την ισότητα ενώπιον της δημόσιας υπηρεσίας που υπήρχε έχοντας ως αντάλλαγμα τον σεβασμό του θεσμού, διαδέχονται πρακτικές εκπροσώπησης συμφερόντων και αγανάκτησης ενάντια στους θεσμούς. Την απώλεια της γενικής αίσθησης της  δημόσιας παρέμβασης που προκύπτει, υποκαθιστούν οι μικτές πρακτικές που επιδιώκουν να βρουν τα ιδιαίτερα νοήματα που έχουν όλα μια νομιμότητα ισοδύναμη.
3Αυτή η κίνηση δεν είναι νέα και πρέπει να προσπαθήσουμε να την περιοδολογίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια για να αντιληφθούμε αυτό που πραγματικά συμβαίνει σήμερα. Ο παρεμβατισμός του έθνους-κράτους, μέσα από το κοινωνικό δίκαιο, η ιδεολογία "σολινταρισμού (solidarism)" και των δημοσίων υπηρεσιών αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της γαλλικής μορφής ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων. Συνιστά ένα τρόπο ιδιαιτέρως πολιτικό για την επίτευξη του εγκλωβισμού του ταξικού ανταγωνισμού που εκδηλώνεται στην πραγματικότητα με την απώλεια της ταυτότητας σύμφωνα με το μοντέλο της εργατικής κοινότητας. Οι επαναστάτες σοσιαλιστές, όπως οι Σορέλ και Lagardelle δεν θα εξαπατηθούν υποστηρίζοντας την κατάσταση της "μη-αλληλεγγύης (insolidarité)» στην οποία πρέπει να ζήσει το προλεταριάτο για να μην μολυνθεί από τις άλλες τάξεις, τη δειλία τους και την έλλειψη της τιμής 4 .
4Είναι τέλος οι κεϋνσιανές θεωρίες που θα συνδέσουν την οικονομία και το κοινωνικό με την κρατική παρέμβαση. Με τη συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας στην σχέση της με το κράτος που καθιστά αδύνατο να προσδιοριστεί ένας υπεύθυνος και ένας εχθρός. Δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα καταλογισμού 5 .Το κράτος γίνεται ο πραγματικός υπεύθυνος για το μέλλον των κοινωνικών σχέσεων, ο θεματοφύλακας της κοινωνικής προόδου.  Η αλληλεγγύη στον Durkheimian διορθωμένη από τον Duguit και στην συνέχεια από τον Bourgeois επικρατεί ταυτόχρονα επί της μη-αλληλεγγύης της ταξικής πάλης και επί της αστικής κοινωνίας της σύμβασης και του ρίσκου. Δεν υπάρχει επομένως πλέον ούτε υποκείμενο ούτε κοινωνία των πολιτών.
5Ο ρόλος του δημόσιου σχολείου, «λαϊκού και δημοκρατικού- αξιοκρατικού» ήταν ζωτικής σημασίας στο θέμα αυτό, επειδή αυτό το σχολείο έχει ακριβώς ως προορισμό, μεταξύ άλλων, το άνοιγμα των τάξεων. Η διαδικασία της "μέσο-όρο-ποίησης (moyennisation)" της κοινωνίας είναι πολύ προχωρημένη, καθώς επηρεάζει τόσο τους νέους των προαστίων όσο και τα παιδιά μιας ακροδεξιάς από-ιδεολογικοποιημένης και κοινοβουλιοποιημένης. Ωστόσο, αυτή η κίνηση δεν είναι χωρίς αντιφάσεις και η γενική κρίση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '70 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με διάφορες μορφές (δεν υπάρχει νέα σταθερή μορφή ρύθμισης, καμία εξομάλυνση των κοινωνικών σχέσεων, το πολύ κάποιες δοκιμαστικές κινήσεις) απαιτεί μια αναδιάταξη των δραστηριοτήτων του κράτους τις οποίες ψάχνουμε ακριβώς να αντιληφθούμε. Πιστεύουμε ότι αυτή η αναδιάταξη σε δίκτυο είναι η μορφή που λαμβάνει η αναδιαμόρφωση του έθνους-κράτους. Αυτό είναι σε κρίση ως πολιτική μορφή αυτονομούμενο από τις παλιές ηγεμονικές λειτουργίες του (μοντέλο γκωλικού κράτους), αλλά αναπτύσσει ένα νέο συμβιβασμό μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, μεταξύ θεσμών και ενώσεων, η οποία είναι σε φάση με την ίδια την κίνηση του κεφαλαίου και των κοινωνικών του σχέσεων. Δεν υπάρχει επομένως για μας ένα νέο «κοινωνικό απαρτχάιντ 6» ούτε «νέες περιφράξεις 7»  . Οι έννοιες αυτές είναι εντελώς ανεπαρκείς για τις νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου. Γιατί εάν ο τελευταίος εξακολουθεί να βασίζεται στην αφηρημένη αρχή μιας ισοδυναμίας μεταξύ κρατικής παρέμβασης και κοινού καλού, λειτουργεί τώρα με τη στόχευση προνομιακών χώρων παρέμβασης (π.χ. «η οικονομική αναδιάρθρωση και οι πολιτιστικές δράσεις» στις "ευαίσθητες" αστικές περιοχές απαλλαγμένα από τέλη και φόρους) και με τον ορισμό των "κοινωνικών παραγόντων" που συνδέουν αυτές τις πρωτοβουλίες ( δείτε τους "μεσολαβητές-σεκιούριτι» στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή στους εμπορικούς χώρους). Συνεπώς, είναι πολύ δύσκολο να ορίσουμε τι σχετίζεται με το κράτος και αυτό που θα αντιστοιχούσε σε ένα μη-κράτος που θα μπορούσε να του είναι ανταγωνιστικό.
6Η διαιτησία δεν είναι πλέον στο μοναδικό επίπεδο του κεντρικού κράτους. Η εξουσία δεν λαμβάνει πλέον συστηματικά την παραδοσιακή της μορφή, την συγκεντρωτική, μια συγκέντρωση της εξουσίας, αλλά αναπτύσσει μια πληθώρα φορέων που προσπαθούν να διαχειριστούν σχέσεις που θεωρούνται απλά αντικρουόμενες. Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι κατακερματισμένες, ταυτιζόμενες έτσι με την μορφή των διαφόρων λόμπι και είναι το "κοινό καλό", που γίνεται άπιαστο. Όλες οι διαμάχες ή ακόμα και οι απλοί προβληματισμοί σχετικά με την έννοια του κοινού καλού ή του  από κοινού, ή γύρω από την ένοια του πολίτη, προέρχεται από αυτή τη διαδικασία, από τη στιγμή που η σχέση ατόμου / κοινότητας δεν είναι πλέον κατανοητή σε μια προοπτική ανατρεπτικής πολιτικής και ρήξης με το κεφάλαιο.
7 Ο Κοινωνικός Κύκλος είναι επίσης θύμα αυτών των αναφορών στον  αντι-κρατισμό των αναρχικών του παρελθόντος όταν αντιλαμβάνεται στην εξωτερίκευση των δημόσιων υπηρεσιών, ένα τρόπο για να μετατραπεί καθένας σε υπάλληλο. Πρόκειται περισσότερο για την εξασφάλιση μιας «κοινωνικής αλλαγής» (που ενεργεί πάνω στις μορφές του «κοινωνικού δεσμού» και όχι στη δομή των κοινωνικών σχέσεων) που ανταποκρίνεται στις αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία. Μπροστά σε μια διαδικασία που αυτονομείται και τείνει να καταστήσει μη-ουσιαστική την δύναμη της εργασίας, το άτομο πρέπει να κλειδωθεί εκ νέου από την λειτουργία του στην συνολική αναπαραγωγή. Η κίνηση αυτή είναι σύμφωνη με την κεφαλαιοποιούμενη κοινωνία που την παράγει: μια κοινωνία που δεν γνωρίζει πλέον την κοινωνία των πολιτών και περιορίζει τον πολιτικό χώρο σχεδόν στο μηδέν, καθώς είναι η διαχείριση που θριαμβεύει μέσω αυτής, η οικονομία και το κοινωνικό. Το κράτος δεν έχει πλέον ανάγκη να κερδίζει έδαφος για να διατηρήσει ή να ενισχύσει την εξουσία του. Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν αυτοί που θέλουν μια επιστροφή στην εθνικοποίηση και τη μετατροπή των «ατόμων-λειτουργιών» σε άτομα με καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου 8 .
8Η τάση προς το καθολικό δεν περνά παρά ατελώς στην αποστολή των αξιωματούχων του κράτους και των δημοσίων υπηρεσιών και υποστηρίζει την επέκτασή τους, τίποτα περισσότερο, είναι από τον νόμο της επανάληψης της ιστορίας και των συνδικαλιστικών αντανακλαστικών. Δεν μπορούμε να πούμε τίποτα περισσότερο από το ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχει μια αύξηση της ανασφάλειας στη Γαλλία πολύ ισχυρότερη από ό, τι στους γείτονές μας. Είναι μάλλον το αντίθετο και αυτή η τάση, από κάποιες μυστηριακές πτυχές, είναι ένα κατάλοιπο του επαναστατικού σχηματισμού του γαλλικού έθνους-κράτους.
9 Ο Nicolas δεν αποτυπώνει σαφώς την τρέχουσα κατάσταση του ζητήματος όταν ορίζει την αυτονομία του κράτους μέσω των λειτουργιών μεσολάβησής του. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το σημερινό κράτος δεν μπορεί να αναλυθεί ως το απλό κράτος της άρχουσας τάξης, η προσέγγιση αυτή δεν υπερβαίνει την πολεμική των χρόνων 60-70. Θα μπορούσε να είναι ένα απόσπασμα από τον Ralph Milliband, αλλά θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, από Louis Althusser ή τον Νίκο Πουλαντζά. Ήδη από την εποχή τους και ακόμη πιο πριν 9 , το κράτος δεν είναι πλέον το κράτος της αστικής τάξης και η έκφραση το «κράτος της άρχουσας τάξης» είναι περισσότερο ένα είδος αντανακλαστικού παρά μια ανάλυση. Όταν ο Αλτουσέρ, ο Tronti και ο Καστοριάδης αναρωτιούνται για την αυτονομία των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (Αλτουσέρ) ή για την αυτονομία του πολιτικού (Tronti) ή για τις σχέσεις θεσμιζόμενων-θεσμισμένων (Καστοριάδης), προσπαθούν να λάβουν υπόψη την αποδυνάμωση των θεσμών του κράτους-έθνους και των μεσολαβήσεών του. Αλλά σήμερα αυτές οι μεσολαβήσεις και οι θεσμοί είναι πραγματικά σε κρίση. Και στο μυαλό τους, το έθνος-κράτος, "ο θεσμός των θεσμών" επιδιώκει να αναπτυχθεί εκ νέου ως άμεσος παράγοντας της κοινωνικοποίησης των ατόμων. Στο όριο θα μπορούσαμε να πούμε - αν αυτό το ίδιο το όριο δεν ήταν εκείνο μιας θεωρητικής αντινομίας και μιας πρακτικής αντίφασης - ότι είναι το κράτος που γίνεται ο άμεσος μεσολαβητής, μεσολαβητής μέσα στην αμεσότητα. Σε αντίθεση με ότι αναπτύσσει ο Nicolas για ένα κράτος-δίκτυο που εκδηλώνει παραδόξως την επιστροφή σε μια τυπική κυριαρχία επί των μεμονωμένων ατόμων, μπορούμε να πούμε ότι αυτό ολοκληρώνει την διαδικασία της εξατομίκευσης διεισδύοντας στο εσωτερικό των ατόμων 10 . Αυτό που θεωρείται ως παράδοξο είναι στην πραγματικότητα η αντίφαση για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει μεταξύ της όλο και μεγαλύτερης αφαίρεσης των κοινωνικών σχέσεων στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία από την μία πλευρά (την τάση άρνησης του ανθρώπινου πόλου του κεφαλαίου) και της ανάγκης για την ενεργοποίηση αυτών των ίδιων κοινωνικών σχέσεων, αυτό δεν συμβαίνει παρά για την αναπαραγωγή του όλου συστήματος (η τάση για την εκδήλωση του ανθρώπινου πόλου, ακόμη και σε μορφή μυστηριακή ή / και διφορούμενη, όπως φαναιρώνουν σήμερα οι διαφόρες πρακτικές «του πολίτη» ή «εναλλακτικές» και η προσπάθεια να συμβασιοποιηθούν εκ νέου οι κοινωνικές σχέσεις). Αυτό μας δείχνει επίσης ότι δεν υπάρχει καμία επιστροφή ή οπισθοδρόμηση σε ένα προηγούμενο στάδιο, διότι δεν είναι η ισότητα όλων η οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση στην κρίση της αυθεντικής μορφής του έθνους-κράτους. Αυτή η ισότητα είναι πράγματι η προϋπόθεση των νέων χαρακτηριστικών ή της αυξανόμενης εκδήλωσης των παλαιών χαρακτηριστικών: για παράδειγμα οι διεκδικήσεις των ομοφυλοφίλων βασίζονται τόσο στην ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (αφηρημένη ισότητα) όσο και στον αγώνα για την ουσιαστική ισότητα ενάντια στις διακρίσεις. Η ταλάντευση μεταξύ ενότητας και πολυμορφίας εκφράζεται στην αντιφατική σχέση μεταξύ της κοινής γνώμης δημοκρατικής-ρεπουμπλικανικής και της ιδεολογίας του πολιτικά ορθού.
10«Το κράτος κοντά στον καθένα μας» δεν σημαίνει ότι η κυριαρχία θα γινει απτή, όπως θα μπορούσε να είναι αυτή των αρχόντων και των αφεντάδων πάνω στους σκλάβους και τους υπηρέτες τους. Η εγγύτητα μπορεί μερικές φορές να πάρει μορφές πολύ αφηρημένες ή πολύ υπόγειες που κρύβουν την παρουσία της. Αυτό είναι προφανές όσον αφορά το ζήτημα της παρακολούθησης των "πολιτών". Ο μηχανισμός είναι πολύμορφος και πανταχού παρόντας, χωρίς να γίνεται κατ' ανάγκη ορατός. Επιπλέον, ο λόγος της άκρας αριστεράς είναι ιδιαίτερα αρχαϊκός και είναι μια διπλή γλώσσα που επικρίνει τόσο το κράτος για την πολύ μεγάλη παρουσία της αστυνομίας όσο και την εφαρμογή της επιτήρησης με κάμερες και τη δημοτική αστυνόμευση. Είναι αυτονόητο ότι οι δύο διαδικασίες σχετίζονται προφανώς, αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, με το ρυθμό εξέλιξης του σχήματος-δίκτυο 11 .
11Η μορφή δίκτυο που υιοθετήθηκε από το κράτος διευκολύνεται από τη στρατηγική διεύθυνσης που ασκεί επί των μέσων μαζικής ενημέρωσης («Κοινωνία της Πληροφορίας") και ελέγχου (δίκτυο μυστικών πληροφοριών και εσωτερικής άμυνας), αλλά είναι επίσης πολύ κοντά με τη μορφή του δικτύου των μεγάλων εταιρειών, με τις πρακτικές εξωτερικής ανάθεσης και υπεργολαβίας. Η "light" εταιρεία είναι ένα νέο μοντέλο για την επιτυχία, αρκετά διαφορετικό από τη μορφή της στα τέλη της δεκαετίας του '70 12 , στο βαθμό που το "μικρό μέγεθος" δεν εμποδίζει πλέον την επέκταση των διακλαδώσεών της παγκοσμίως. Η συμβολή του Κοινωνικού Κύκλου επί των ζητημάτων αυτών είναι σημαντική, όπως φαίνεται στο κείμενο: Χρηματιστικός Πόλεμος,  διεθνής εγκληματικότητα και παγκόσμιο κεφάλαιο13 . Ακόμη και αν το σύνολο είναι μόνο περιγραφικό, καθίσταται σαφές ότι:
12- δεν υπάρχει θεμελιώδης αντίφαση μεταξύ της εθνικού και παγκόσμιου επιπέδου. Για παράδειγμα, η φοροδιαφυγή σε φορολογικούς παραδείσους που, όμως, πλήττει τα φορολογικά έσοδα αντισταθμίζεται από μια αύξηση του τελικού φορολογούμενου όγκου που παράγεται από την μετέπειτα επανεπένδυση. Το ίδιο ισχύει και για το "ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος",

13- αυτή η κίνηση σφραγίζει, επίσης, την συμμαχία ή την συμπληρωματικότητα μεταξύ των κρατών και των μεγάλων επιχειρήσεων.

14Αλλά αυτό το είδος της ρύθμισης από το έγκλημα δεν οδηγεί σε σταθεροποίηση του συνολικού συστήματος που έχει αποδυναμωθεί από την τάση προς μια αξιοποίηση καθαρά χρηματιστική. Εξ ου και τα περιστασιακά βραχυπρόθεσμα μέτρα για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων, των χρημάτων από τα ναρκωτικά, κ.λπ..
15Η διαδικασία των δικτύων τείνει προς μια αναστρεψιμότητα: από το κράτος-δίκτυο προς τα δίκτυα-κρατών. Είναι προφανές ότι από ένα ορισμένο σημείο, αυτό δεν είναι πλέον αποδεκτό: η κολομβιανή μαφία και η φατρία του Μπιν Λάντεν δεν μπορεί να σφετεριστεί το δικαίωμα από το κράτος για να την μόνη νόμιμη βία (γι 'αυτό Επιπλέον, οι ομάδες αυτές επιδιώκουν ένα κρατικό μανδύα πίσω από τον οποίο βρίσκουν καταφύγιο όσο το δυνατόν περισσότερο). Πέρα από οποιοδήποτε ηθικό κριτήριο, αυτό το δικαίωμα της νόμιμης βίας ασκείται όλο και περισσότερο στο επίπεδο μιας παγκόσμιας εξουσίας όχι ακόμα ενοποιημένης που λειτουργεί περισσότερο με μια αστυνομική λειτουργία παρά με τη μορφή ενός παραδοσιακού πολέμου14 . Το τελευταίο κομμάτι του κειμένου του Κοινωνικού Κύκλου μπορεί να αναπαραχθεί στο σύνολό του:
16"Δεν πρόκειται για μια ακραία ανατροπή που συνδέεται με την 11η  Σεπτεμβρίου, ή με ιδιαίτερες πολιτικές επιλογές του Προέδρου Μπους. Έχουμε δει ότι το ζήτημα των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των "τρομοκρατικών" οργανώσεων είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο, και ότι η καταπολέμηση των μεγάλων παραγωγών ναρκωτικών έχει εφαρμοστεί εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα. Από αυτή την άποψη ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει επιταχύνει απλά μια υπάρχουσα κίνηση. Αυτό φαίνεται να αντικρούει την τρέχουσα οπτική της «νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης». Αυτό είναι γεγονός. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια πραγματικότητα, μια ιδεολογία στη δράση, με τους στόχους που προσδιορίζονται σαφώς να καταστραφούν οι δομές που κληρονομήθηκαν από την προηγούμενη φάση του καπιταλισμού (μικτή οικονομία στο επίπεδο του έθνους-κράτους, του κράτους πρόνοιας, του προστατευτισμού και του ιμπεριαλισμού) και να μειώσει το χρέος των δυτικών κρατών. Αλλά αυτό απαιτεί την καθιέρωση και την ενίσχυση των παγκόσμιων οργανισμών (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ, ΟΗΕ), τα οποία αποτελούν μια παγκόσμια διακυβέρνηση χωρίς κεντρική κυβέρνηση ... – αυτό που ο Antonio Negri ονομάζει Αυτοκρατορία. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, μακριά από το να γνωρίζει μια αποδυνάμωση του κράτους χαρακτηρίζεται περισσότερο από μια ενίσχυση της διακυβέρνησης σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι η ίδια κίνηση που μεταμορφώνει τα εθνικά κράτη ... – επικεντρώνοντάς τα στην αποστολής τους, του κοινωνικού ελέγχου ... - και καθορίζει το κράτος σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν υπάρχει επομένως καμία έκπληξη στο να δούμε την αμερικανική κυβέρνηση, που είναι υποτίθεται υποταγμένη στο νεοφιλελευθερισμό, να δρα προς την επιθυμητή κατεύθυνση από τους νεορεφορμιστές ... - χωρίς την συναφείς ηθικές δικαιολογίες ... - για τη ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών ροών. Συμπεριφέρεται απλά ως συνειδυτός εκπρόσωπος του παγκόσμιου καπιταλισμού με βάση τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά του ... – θέση που το κράτος αναλαμβάνει όλο και πιο πρόθυμα, καθώς είναι το ίδιο ο πιο ισχυρός καπιταλιστής ".
17Κατά συνέπεια δεν διαφωνούμε παρά σε δύο σημεία που έχουμε ήδη επικρίνει πάνω στην ιδέα ενός κράτους αναδόχου. Εμφανίζεται ως ο πιο ισχυρός καπιταλιστής μόνο επειδή είναι το συλλογικό κεφάλαιο και όχι επειδή θα είναι ο μεγαλύτερος καπιταλιστής, εν συνεχεία, ο Nicolas όπως οι Hardt και Negri βλέπει σ’ αυτή την τάση κάτι που ολοκληρώνεται.
18Το ενδιαφέρον της ανάλυσης του Nicolas για το κράτος είναι ότι προσπαθεί να ξεπεράσει τον διαχωρισμό μεταξύ οικονομίας και πολιτικής. Φαίνεται να τοποθετεί πλάτη με πλάτη την κλασική ιδεαλιστική ιδέα ενός πολιτικού κράτους εξωτερικού προς την συλλογική ζωή (η "κοινωνία των πολιτών» του Χέγκελ) και την χυδαία υλιστική θέση μιας οικονομίας που θα ενεργοποιεί το κράτος, αλλά στην πραγματικότητα αυτό οδηγεί στην αφαίρεση της πολιτικής διάστασης. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας δεν στέκεται στην οπτική ενός κράτους μεσολαβητή στο βαθμό που το μετατρέπει σε πάροχο υπηρεσιών και, τελικά, σε επιχείρηση που λειτουργεί στα πρότυπα του καπιταλιστικού συστήματος. Αφαιρεί επομένως το ζήτημα της πολιτικής λειτουργίας του κράτους, επιστρέφοντας σε ένα είδος ταξικής διαίρεσης εσωτερικής στο κράτος και τη διοίκησή του, λίγο διαφορετικό από ό, τι θα μπορούσε κανείς να βρει σε μια ιδιωτική εταιρεία. Αλλά τότε γιατί ο ίδιος μιλάει, επίσης, για «τη βούληση να εξυπηρετούν»,  για πολλούς υπαλλήλους, γεγονός που αναγγέλλει την πιθανότητα "ενός μελλοντικού κόσμου που βασίζεται στην αμοιβαία βοήθεια» και όπου δεν θα υπήρχε ανάγκη να μετρηθούν οι ώρες;
19Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι υπάρχει μια δυσκολία να εξετάσει νέες μορφές του κράτους, στο πλαίσιο μιας πολύ αμφισβητήσιμης χρήσης ορισμένων θέσεων του Μαρξ. Αυτό τον οδηγεί να δει τα πάντα μέσα από το πρίσμα της παραγωγής, ενώ στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία, είναι η άποψη της αναπαραγωγής που επιβάλλεται, ανατρέποντας έτσι όλες τις κατηγορίες της κλασικής πολιτικής οικονομίας που ορίστηκαν ή εξειδικεύτηκαν από τον Μαρξ (παραγωγική εργασία / μη παραγωγική εργασία, αξία χρήσης / ανταλλακτική αξία, υπεραξία / κέρδους, κ.λπ.) .. Έτσι βλέπει στο κράτος ένα επιχειρηματία όπως κάθε άλλο  15  : οι επιδοτήσεις δεν είναι παρά εκ των προτέρων το κεφάλαιο που απαιτείται από την παραγωγή (η υπογράμμιση δική μου) και τις εθνικές εταιρείες που επιδιώκουν να κάνουν κέρδη. Ωστόσο, το κράτος δεν εθνικοποιεί πλέον για το κέρδος παρά για την απορρόφηση ζημιών. Οι δύο αυτές θέσεις, αν και αντιφατικές, αιτιολογούνται με τους ίδιους όρους, δηλαδή με όρους αξίας, ενώ το κράτος τις περισσότερες φορές μιλά τη γλώσσα της εξουσίας. Αντίθετα, όταν ιδιωτικοποιεί δεν διασώσει ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά μόνο τα ταμεία του και αυτό δεν είναι ένα κέρδος, αλλά ένα χάσιμο του πλούτου από ένα κράτος υπερχρεωμένο. Αυτές οι παροχές θα μπορούσαν στη συνέχεια να του επιτρέψουν να εδραιώσει την οικονομική του θέση, προκειμένου να αναδιαταχθεί για την επίτευξη του στόχου που δεν προσδιορίζεται ακριβώς από μια καθαρά οικονομική λογική και λογική αγοράς: του κοινωνικού ελέγχου (η πώληση των μετοχών του στην Credit Lyonnais θα τροφοδοτήσει έτσι ένα ειδικό αποθεματικό ταμείο για τις συντάξεις!), τον στρατηγικό έλεγχο του χώρου (λογική της αναπαραγωγής) και την έρευνας (λογική της εξουσίας) και ούτω καθεξής.
20Όταν ο συγγραφέας ασχολείται με το ζήτημα των κρατικών εσόδων, νομίζει ότι βρήκε το κλειδί για την αντίληψή του, ενός κράτους επιχειρηματία. Το κράτος θα έχει μια συγκεκριμένη μορφή επενδύσεων: τις επιχορηγήσεις. Αυτές θα δημιουργήσουν πρόσθετα έσοδα από τη φορολογία (συγκεκριμένη μορφή  κέρδους του κράτους), με τον ίδιο τρόπο που η ιδιωτική επιχείρηση αξιοποιεί το αρχικό κεφάλαιό της. Έτσι αγνοεί το γεγονός ότι αυτή η μορφή κρατικής παρέμβασης δεν είναι σύμφωνη με τον ΚΤΠ και ότι την βρίσκουμε στις πρώτες μεγάλες αυτοκρατορίες και σ’ αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε ασιατικό τρόπο παραγωγής (ΑΤΠ), αλλά ο πρωταρχικός σκοπός των κρατών αυτών δεν ήταν η αξιοποίηση. Αυτή η κυριαρχία της αναπαραγωγής οδήγησε κάποιους να μιλούν για τη σύγκλιση μεταξύ καθυστερημένου ΚΤΠ και ΑΤΠ 16 . Η διαφορά παραμένει, ωστόσο, στο γεγονός ότι η αναπαραγωγή στον ΚΤΠ είναι ακόμα οδηγούμενη από μια δυναμική (κυριαρχία πάνω στα πράγματα διαμεσολαβούμενη από τους ανθρώπους 17  : η εργασία παραμένει μία από τις προϋποθέσεις του) που έχει στόχο την εξουσία και επιτρέπει η κίνηση της εξουσίας 18 να γίνει στην συνέχεια αξιοποίηση.
21Στην πραγματικότητα, εάν το κράτος είναι υπεύθυνο για τη συνολική διαδικασία της ανάπτυξης του κεφαλαίου δεν είναι επειδή είναι ο μεγάλος επιχειρηματίας, αλλά επειδή πρώτα απ’ όλα είναι μια θεσμοθετημένη αναπαράσταση του παγκόσμιου κεφαλαίου και στη συνέχεια εκδήλωση της σημερινής κυριαρχίας της αναπαραγωγής πάνω στην παραγωγή. Αν και ο Νικόλας έχει την διαίσθηση αυτού του μετασχηματισμού των κυρίαρχων, προσπαθεί ακόμα να τον ερμηνεύσει με όρους ενός νόμου της αξίας που δεν μπορεί ακριβώς να εφαρμοστεί στην εξέλιξη αυτή. Εξ ου και όλη η αμφισβήτηση με τους παραδοσιακούς όρους των «παραγωγικών / μη παραγωγικών» και τα ερωτήματά του σχετικά με την πραγματική κατάσταση των υπαλλήλων και των εργαζομένων της καπιταλιστικής πλαισίωσης. Στο παράδειγμα του για εκπαιδευτικούς, ορίζει ότι είναι «παραγωγικό», κάθε τι που είναι χρήσιμο για το κεφάλαιο. Αλλά τώρα όλα είναι χρήσιμα για το κεφάλαιο, τα πάντα είναι επομένως παραγωγικά και το φίδι δαγκώνει την ουρά του. Εξομοιώνει εμμέσως την υπεραξία  με το κέρδος με το πρόσχημα ότι στον τελικό λογαριασμό η υπεραξία γίνεται κέρδος. Έτσι, σε μακροπρόθεσμη βάση όλα έχουν συμμετάσχει στη διαδικασία δημιουργίας του κέρδους. Είμαστε σύμφωνοι, εφόσον πρόκειται για τον καθορισμό της αξίας απευθείας από το κέρδος, παρακάμπτοντας το χρόνο της υπεραξίας, γεγονός που δείχνει την κυριαρχία της αναπαραγωγής 19 . Αλλά μακροπρόθεσμα, τίποτα δεν είναι μετρήσιμο από την άποψη ενός κλάσματος του κεφαλαίου και είναι η ίδια η αναφορά στο παραγωγικό άτομο που ακυρώνεται. Η ανάλυσή του, της εκπαίδευσης είναι χαρακτηριστική της οικονομίστικης μείωσης καθώς κάνει το σχολείο ένα θεσμό της αξιοποίησης, όπως και την δια βίου εκπαίδευση. Είναι, στην καλύτερη περίπτωση μια τάση μέσω του σχολείου και το οποίο επιδιώκει εξ αρχής την παροχή του "κεφαλαίου-εκπαίδευση" των ατόμων, ώστε στη συνέχεια να την αξιοποιήσει καθ 'όλη τη ζωή, αλλά δεν είναι παρά μια τάση που προς το παρόν διαψεύδεται από τη πολιτική λειτουργία του σχολείου που έχουμε συζητήσει πολλές φορές στην διάρκεια των κινημάτων του αγώνα μέσα σε αυτό. Επιπλέον, αν το σχολείο δεν ήταν παρά μια λειτουργία, οικονομική λειτουργία μάλιστα, δημόσια σχολεία δεν θα υπήρχαν πλέον 20 .
22Η μείωση των κρατικών λειτουργιών στις οικονομικές λειτουργίες εμφανίζεται επίσης στο άρθρο του Nicolas: Μερικές σημειώσεις σχετικά με το καπιταλιστικό κράτος στην παγκοσμιοποίηση 21 , όπου αποκάλεσε «εμπορεύματα του κράτους» τις συλλογικές υποδομές, ως εάν αυτές να οικειοποιούνταν από το ιδιωτικό κεφάλαιο (έναντι φόρων) και όχι και από τα άτομα, στο πλαίσιο της αποστολής των δημόσιων υπηρεσιών. Γίνεται κατανοητό επομένως ότι ο N. δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτή την ιδέα. Όχι τόσο γιατί αυτή συνεπάγεται τη μείωση του από-κοινού στο πλαίσιο που ορίζεται ως δημόσια υπηρεσία και ως εκ τούτου την αναγνώριση της εποπτείας από το κράτος (η παραδοσιακή θέση των αναρχικών), αλλά περισσότερο επειδή γι 'αυτόν, τα πάντα πρέπει να κατανοηθούν μέσα από το πρίσμα του κέρδους. Παρά τα όσα λέει για τον καπιταλισμό ως κοινωνική σχέση (παραχώρηση προς τις θεωρίες της υπερ-αριστεράς;), στην πραγματικότητα, αντιλαμβάνεται το κράτος ως ένα απλό εργαλείο του κεφαλαίου. «Το γενικό συμφέρον» δεν θεωρείται πλέον παρά ως παραπλάνηση, ενώ ακριβώς είναι οι μορφές που λαμβάνει το «γενικό συμφέρον» σχετίζονται στενά με τις κοινωνικές σχέσεις, τους αγώνες και τις σχέσεις εξουσίας. Αν πίσω από την αποστολή των δημόσιων υπηρεσιών, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα παρά η εκμετάλλευση των εργαζομένων του κράτους, τότε τόσοι πολλοί αγώνες σε αυτόν τον τομέα παραμένουν ακατανόητοι. Ειδικότερα, αυτοί που προέκυψαν από τον τομέα των εκπαιδευτικών ή της «σχολικής κοινότητας». Το γενικότερο παράδειγμα του κινήματος το 1995, δείχνει αντίθετα ότι είναι οι αγώνες του τομέα της αναπαραγωγής, μαζί με αυτούς των ανέργων, που δείχνουν περισσότερο η κρίση του «συστήματος της καπιταλιστικής αναπαραγωγής 22 ". Προκύπτουν ακριβώς από την πολιτική κρίση του έθνους-κράτους, όπως και οι άνεργοι από την κρίση της εργασίας στην εποχή της τάσης για "αξία χωρίς εργασία" και την από-ουσιαστικοποίηση της δύναμης της εργασίας. Το όριό τους είναι ότι ακόμα δεν αναφέρονται στην αλληλοϋποστήριξη δημόσιου και ιδιωτικού - αυτό που πραγματοποίησε το κεφάλαιο από την «κεϋνσιανή επανάσταση» - και συνεχίζουν να σκέφτονται την απαίτηση ενός «κοινού» με τη μορφή μιας αντίθεσης μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου. Αυτή η εξομοίωση "κοινού" και δημόσιου εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται ως μια θέση αρχής, μια πολιτική θέση αναδίπλωσης, μια αναφορά σε "ένα ιστορικό επίτευγμα των αγώνων."
23Η οικονομίστικη αυτή θέση που αναπτύσσει ο Nicolas, περιέργως, από την πίστη στην πραγματικότητα ενός νεοφιλελευθερισμού ... – που πλέον είναι η αγορά («η παγκόσμια αγορά των κρατών» 23 ), ενώ έχουμε πολύ περισσότερο να κάνουμε με την ανάπτυξη των δικτύων των πολυεθνικών και δι-εθνικών επιχειρήσεων... – δεν μπορεί να την κρατήσει ως το τέλος όταν αναγνωρίζει ότι το κράτος τείνει να επικεντρώνεται στη λειτουργία του, του κοινωνικού ελέγχου σε βάρος της επιχειρηματικής λειτουργίας του. Αλλά τότε, σ’ αυτή την περίπτωση, ο υπάλληλος δεν είναι πλέον ένας «παραγωγικός εργαζόμενος», αλλά ένα είδος αστυνομικού και αυτό ισχύει έτσι για όλους τους "δημοσίους υπαλλήλους"! Ξαναβρίσκει επομένως τις πιο κλασικές αναλύσεις, τις πιο συνεπείς με την αντι-νεοφιλελεύθερη ιδεολογία των ελευθεριακών, εκείνες για το «κράτος-Υπουργείο Εσωτερικών», για το «κοινωνικό απαρτχάιντ» και, τέλος, αυτού που θα ήταν ο θρίαμβος ενός αμερικανικού αντι-μοντέλου.
24Αυτή η λευκή επιταγή που δόθηκε σε αυτό που λέει το κεφάλαιο για τον εαυτό του, οδηγεί τον συγγραφέα να ολοκληρώσει πάνω στις θέσεις του Massimo de Angelis και του περιοδικού The Commoner 24  σύμφωνα με τις οποίες ο νεοφιλελευθερισμός θα επιτρέψει αυτή την νέα φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης ενός παγκόσμιου καπιταλισμού. Θα πρέπει στη συνέχεια να δώσει την θέση σε ένα νέο-ρεφορμισμό που θα μας οδηγήσει σε ένα νεο-κεϋνσιανισμό ("ένα ολοκληρωμένο παγκόσμιο κράτος", ανέφερε). Δεν σημαίνει ότι αυτό είναι λάθος, από μια περιγραφική άποψη, αλλά αυτή η άποψη απλά προσκολλάται στις διάφορες μορφές του κεφαλαίου, ενώ στην πραγματικότητα, η ιδιαιτερότητά της είναι το γεγονός ότι δεν δεσμεύεται σε καμία, γεγονός που είχε ήδη παρατηρήσει ο Μαρξ. Ακόμη και πέρα από μια διαλεκτική ερμηνεία όσον αφορά την αντιφατική ανάπτυξη, είναι η υψηλή μεταβλητότητά της, που την χαρακτηρίζει. Αυτό που ο Ν. αναγνωρίζει έμμεσα από την απάντησή του στον O. στις 23/10/01 25  : «Ο πραγματισμός που εμφανίζεται από την κυβέρνηση Μπους, επειδή δεν έχει το περιθώριο ενός New Deal , αντιστοιχεί σε μια διακριτή ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία. Ρήξη μέσα στη συνέχεια καθώς η νεοφιλελεύθερη περίοδος δεν έχει οδηγηθεί από μια μικρότερη παρέμβαση του κράτους, αλλά από την αναδιάρθρωσή του. "
25 Ο Nicolas βλέπει, επίσης, το κράτος-καπιταλισμό ως μια τεράστια στρατιωτική-βιομηχανική επιχείρηση. Διατυπώνει έναν παραλληλισμό μεταξύ, αφενός, της κατανομής σε τμήματα και κλάδους του κράτους (τα διάφορα υπουργεία για παράδειγμα), τα οποία γίνονται εφενός δυνάμεις που ανταγωνίζονται, και αφετέρου μια τεράστια εσωτερική αγορά ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτό είναι αρκετά σωστό, αλλά δεν προκύπτει η ιδέα ότι είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο παίρνει ζωή μέσα στο κράτος, ένα είδος συμβιωτικής μορφής μέσα στην οποία δεν γνωρίζουμε πλέον ποιος καταβροχθίζει ποιόν. Οι συμβιβασμοί που λειτουργούν δεν είναι οι τρόποι για την ρύθμιση της ιδιοκτησίας και της συμμετοχής σε μια πίτα, αλλά το αποτέλεσμα της απογραφής των σχέσεων εξουσίας και δύναμης, που ενημερώνεται συνεχώς. Το κεφάλαιο είναι πάντοτε μια κοινωνική σχέση, αλλά τα παλιά ορόσημα της εξουσίας («φίλος / εχθρός») και της αμφισβήτησής της (ταξικοί αγώνες) χάνονται ή είναι δύσκολο να ανακάμψουν. Οι αντιφατικές αποφάσεις από τα κράτη δεν είναι κατ’ ανάγκη παράλογες αποφάσεις, αλλά μια αντανάκλαση των νέων αντιπαραθέσεων και σχέσεων εξουσίας σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει πραγματική κεντρική πολιτική ικανή να αναλάβει ένα νέο "σχέδιο του κεφαλαίου."
26Τέλος, πρέπει να επιστρέψουμε στην προσπάθεια του Κοινωνικού Κύκλου να ξεπεράσει τη διάκριση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής. Βρίσκουμε βέβαια, την έμμεση κριτική τόσο της θέσης της πολιτικής αυτονομίας του κράτους όσο και της θέσης ενός κράτους υπηρέτη της οικονομίας 26 . Όμως, στο μέτρο που αυτή η προσπάθεια δεν οδηγεί παρά στο να διαλύσει την πολιτική σε μια οικονομία που είναι η τρέχουσα μορφή της ολότητας, η κριτική βρίσκεται αφοπλισμένη μπροστά στην αναβίωση των πολιτικών θεωριών, ενώ ανακοινώνει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το τέλος της πολιτικής και της εξήγησης της πραγματικότητας από την πολιτική. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αν το κεφάλαιο τείνει προς την ολότητα, είναι μέσω μιας ιστορικής και πολιτικής διαδικασίας ολοποίησης, στην οποία οι ρυθμίσεις 27(συμπεριλαμβανομένου του κράτους) εκφράζουν μια σχετική αυτονομία, πηγή της αλληλεπίδραση . Το κράτος παρεμβαίνει βέβαια ακόμα, ως ένας από τους πόλους της κυριαρχίας, χωρίς όμως να εκφράζει μια πραγματική πολιτική ικανότητα για την αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων: χειρίζεται κατά περίπτωση 28 . Αυτή η δυσκολία να παρέμβει πολιτικά, πέρα από την απλή διαχείριση των αντιθέσεων, κάνει την απλή άσκηση της κυριαρχίας να φαίνεται, σε πολλούς, ως η πράξη ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. Αυτή η αντίληψη που ο Carl Schmitt προέβαλε για να χαρακτηρίσει την παρέμβαση του κράτους την στιγμή της παραγωγής της κυριαρχίας που γίνεται στον Αλτουσέρ: «Τελικά, δεν βρισκόμαστε πάντα στην εξαίρεση; 29 ", που οι μαοϊστές απόγονοι μετέτρεψαν τη δεκαετία του '70 σε θεωρία εκφασισμού του κράτους ( δείτε κυρίως τον Glucksmann), και στους Hardt-Negri: "Το κράτος της μόνιμης εξαίρεσης» που θα υπάρχει ως "συνεχής παρέμβαση, ταυτόχρονα ηθική και στρατιωτική 30 ,"που μπορεί να ρίχνει φως σχετικά με τη λειτουργία του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου (" η αυτοκρατορία "), αλλά όχι στη λειτουργία των διαφόρων εθνικών κρατών. Πράγματι, αυτά, ενώ είναι παντού («κράτος-δίκτυο») δεν φαίνεται να είναι πουθενά, επιτρέποντας τις πιο παράδοξες αναλύσεις, όπως αυτές των ελευθεριακών, για τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός διαλύει κράτος πρόνοιας από τη μια πλευρά, αλλά αναπτύσσει τον κοινωνικό του έλεγχο από την άλλη. Η "ανάλυση" του παραδόξου είναι τότε ένα θεωρητικό πραξικόπημα το οποίο διαβάζεται ως: ο νεοφιλελευθερισμός διαλύει το κοινωνικό κράτος (η υπογράμμιση δική μου) για να ενισχύσει τον κοινωνικό έλεγχό του!
27Η κρίση των παραδοσιακών διαμεσολαβήσεων και των μεγάλων θεσμών του παλιού αστικού κράτους οδηγεί σε ένα είδος διάλυση της κυριαρχία, μια αποσύνδεση της κεφαλής και των μελών θα μπορούσαμε να πούμε, που κάνει να φαίνεται κάθε αντίδραση του κεντρικού κράτους, ως σκλήρυνση 31 . Ο νεοφιλελευθερισμός έχει γίνει αντιληπτός, είτε ως ένα νέο σύστημα (απ’ όλα τα ρεύματα της κοινωνίας των πολιτών) είτε ως μέσο για κάτι άλλο (κοινωνικό κύκλο και η Commoner ), αλλά σπάνια ως τέτοιος, δηλαδή στην διάστασή του της αντίδρασης στην ολοποίηση. Αυτό είναι λογικό, διότι αν επιμείνουμε σε κάτι καθαρά περιγραφικό ( δείτε..τις επιθέσεις ενάντια στο χρηματιστικό κεφάλαιο) ή καθαρά ιδεολογικό ( δείτε."οικονομολόγοι εναντίον της ενιαίας σκέψης»), ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται να είναι ο κινητήρας της διαδικασίας της ολοποίησης. Αυτό επιτρέπει να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι η επίθεσή του εναντίον της προνοιακής μορφή του κράτους, συνοδεύεται από την αναβίωση των θεμελιωδών αξιών της  Ουτοπίας του κεφαλαίου 32 σε ένα μοντέρνο φόρεμα: την ελευθερία (θεμέλιο της «υποκειμενικότητας των δρώντων»), τον ανταγωνισμό (μια από τις μορφές της πολλαπλότητας!), το νομαδισμό (όχι πλέον για την κατάκτηση της Δύσης, αλλά μια από τις μορφές της ευελιξίας!), τον κίνδυνο (ένα αποτέλεσμα της ελευθερίας) .
28Το σύστημα δεν είναι παρά μία ασταθή ισορροπία δυνάμεων, είναι αυτονόητο ότι όλη αυτή η «κίνηση» αντισταθμίζεται από την παράλληλη αναβίωση των παραδοσιακών αξιών της σταθεροποίησης: οικογένεια, πολιτισμός και θρησκεία, είναι επίσης στολισμένο με νέο στυλ, με τα χρώματα του ατόμου και όχι πλέον της Κοινότητας 33 .