Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

ΣΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ «ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΣΤΟΥΣ ΘΡΗΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΑ


Πριν από την ανάπτυξη της ανάλυσής μας, θα θέλαμε να επισημάνουμε σε ποιο σημείο τα επιχειρήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση του τύπου Monde Diplomatique  και τα επιχειρήματα της ριζοσπαστικής κομμουνιστικής αριστεράς εντάσσονται σε μια ενιαία ορθοδοξία ... αλλά με αντίθετη ερμηνεία. Πρώτον, η οικονομία της αγοράς εμφανίζεται ως δομή καθαρά ιδιωτική και αποκεντρωμένη, που λειτουργεί άναρχα  και ρυθμίζει αδιακρίτως τις τιμές.  Ένα σχέδιο που τελικά δεν είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο της κλασικής πολιτικής οικονομίας και της νεοκλασικής.  Η ανάλυση αυτή αγνοεί το γεγονός ότι η αγορά περιλαμβάνει μια κεντρική διαδικασία της κοινωνικοποίησης και της συνολικής ρύθμισης στο πλαίσιο των νομισματικών πολιτικών που εφαρμόζονται από τα κράτη.
Αυτή η παράλειψη  θα οδηγήσει άμεσα τους συντάκτες της σε μια θεωρία της αποσύνδεσης μεταξύ της παραγωγής και των αγαθών από τη μία πλευρά, του κράτους, των  τραπεζών και των ταμειακών ροών από την άλλη.  Αυτό είναι σαν οι ιδιωτικοί παράγοντες του εμπορίου να ήταν μόνο κάτω από τον έλεγχο μιας αρχής νομισματικής κυριαρχίας χωρίς να έχουν καμία νομιμοποίηση γι αυτό.
Πράγματι, για τους ενάντιους στην παγκοσμιοποίηση και γενικότερα για την «αριστερά» είναι η οικονομική κρίση που τα προκαλεί όλα επειδή έχει την ανήθικη τάση του καπιταλισμού που επιβαρύνει το παραγωγικό έργο των καλών εργαζομένων.  Για τους μαρξιστές, είναι η οικονομική κρίση που προκαλεί την χρηματοπιστωτική κρίση. [...].  
Το πλασματικό κεφάλαιο ορίζεται ως χρηματοοικονομική φούσκα και διαχωρίζεται από την "πραγματική οικονομία " και ως  εξαπάτηση των πιστώσεων. Από τον ορισμό αυτό, ποιος δεν θα ήθελε την κατάρρευση αυτού του τέρατος;  Αλλά είναι εκπληκτικό: όλες αυτές οι νέες μορφές πίστωσης δεν είναι που επιτρέπουν επίσης  την χρηματοδότηση των καινοτομιών και κυρίως αυτές των νέων τεχνολογιών στις ΗΠΑ να παράσχουν ένα νέο πλεονέκτημα δύναμης για τις επιχειρήσεις σε αυτή τη χώρα; Και χωρίς να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες για τους ειδικούς στον τομέα των χρηματιστικής οικονομίας δεν μπορούμε επίσης να πούμε ότι η μεταβίβαση των απαιτήσεων των επενδυτών μέσω της τιτλοποίησης των έχει εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη;
Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε ανάλυση της αποσύνδεσης βασίζεται στην ιδέα ότι η οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί παρά να είναι σε ισορροπία και ότι, επομένως, αυτό που ο ένας κερδίζει ο άλλος το χάνει και επιπλέον, οι ανταλλαγές είναι ανταλλαγές ισοδυνάμων. Όλη η οικονομία κατά τον Σμιθ είναι μια ηθική ιστορία. Ο Μαρξ προσπαθεί μερικές φορές να πάει αντίθετα, για παράδειγμα με την κριτική στον Προυντόν που είδε "στον ζυγό των τόκων, την αιτία όλων των δεινών του καπιταλισμού.  Αλλά ήταν μόνο μια κριτική πολύ μερική, διότι μετά αυτός, επίσης, υπερασπίστηκε ηθικές θέσεις στην κλοπή που γίνεται από το κεφάλαιο πάνω στην εργασία, κάτω από την επιρροή του Προυντόν ακριβώς, ο Μαρξ θα έρθει να μιλήσει για ανταλλαγή των ισοδυνάμων  στην σχέση εργασίας.
Η παγκοσμιοποίηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μια διαδικασία αυτονόμησης της αξίας, αλλά και ως μέσο για την επιβράδυνση της διαδικασίας πλασματικοποίησης του κεφαλαίου. Μια διαδικασία πλασματικοποίησης πολύ παλαιότερη, που έφτασε μια πρώτη κορυφή στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70, κάτω από μια μορφή του πληθωρισμού.  Από αυτή την άποψη, το τέλος του διεθνούς νομισματικού συστήματος με έδρα το Μπρέτον Γουντς το 1944 έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, η παγκοσμιοποίηση έπαιζε ήσσονος σημασίας ρόλο.  Η αύξηση του χρέους σχετίζεται με την έλλειψη σαφήνειας των εν εξελίξει μετασχηματισμών.  Ένα αισιόδοξο επιχειρηματικό κλίμα ενισχύει τη χρήση των πιστώσεων και την ευκολία των δανείων.  Μια πραγματική αλληλεγγύη μεταξύ των πιστωτών και των οφειλετών που έχουν κοινό συμφέρον ότι η κατάσταση συνεχίζεται.  Η σύμπλεξη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η διαφοροποίηση των επενδύσεων προτείνεται ως μια μεγαλύτερη συγκέντρωση των κινδύνων που κάνει το σύστημα πιο εύρωστο και είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε μια ανατροπή όπως αυτή που θα ξεκινήσει κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '70. "Η αύξηση του χρέους είναι η μορφή που παίρνει στην κοινωνία της εργασίας, μια γενική πραγματικότητα του καπιταλισμού: η αδιαφάνεια της εικόνας που οι κοινωνίες αυτές έχουν για το μέλλον τους .
Η καταπολέμηση του πληθωρισμού θα πρέπει επίσης να επανεξεταστεί στο πλαίσιο αυτό.  Αυτό συμβαίνει επειδή γίνεται πιο δύσκολο να δημιουργηθούν πιστωτικές διευκολύνσεις που είναι η άντληση των εν δυνάμη πιστώσεων που υπάρχουν σε μια χρηματοπιστωτική αγορά αρκετά ελκυστική (πολιτική των υψηλών επιτοκίων). Το πρόβλημα είναι ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση - που συνοδεύει τα άμεσα αποτελέσματα, όπως η αύξηση των χρηματοοικονομικών ροών σε σύγκριση με τις παραδοσιακές ροές αγαθών και παρενέργειες όπως τα παράγωγα - οδήγησε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής κριτικής είναι γίνεται από την πλευρά των αποτελεσμάτων και όχι ως προς ότι είναι η εξέλιξη της διαδικασίας. Γι ' αυτό, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, η κριτική της «αποσύνδεσης» μεταξύ οικονομικών ροών και των χρηματοπιστωτικών ροών είναι άμεσα μη λειτουργική, επειδή δεν επιτρέπει να θέσουμε μια προοπτική για ένα τέλος του καπιταλισμού.  Κάνοντας μόνο μια αντιστροφή της επικράτησης της  οικονομικής και χρηματοπιστωτικής σφαίρας στηρίζεται στην εσφαλμένη πεποίθηση του διαχωρισμού τους, που προέκυψε αμέσως ως ζήτηση για περισσότερο κράτος, περισσότερη ρύθμιση, εν ολίγοις, ως ρεφορμισμός ηθικός και αυταρχικός.
Εάν υπάρχει μια τάση για τη διαμόρφωση της χρηματοοικονομικής φούσκας, δεν είναι λόγος για να καταλήξει στην αποσύνδεση έναντι της «πραγματικής οικονομίας. Η φούσκα δεν είναι τόσο αποσύνδεση όσο ένδειξη ότι το κεφάλαιο ανήλθε σε ένα υψηλό επίπεδο αναπαράστασης.  Η τιμή για παράδειγμα, είναι μια αναπαράσταση της αξίας, η οποία επιτρέπει, στο πλαίσιο της "αξίας χωρίς την εργασία, ακόμη και την αξιοποίηση αυτού που δεν έχει καμία αξία, διότι δεν είναι το προϊόν της ζωντανής εργασίας των ανθρώπων.
Η τάση τα πάντα να  είναι κεφαλαίο, ακόμη και ό, τι δεν παράγεται, όπως φαίνεται όλο και περισσότερο στην κατοχή από την διοίκηση των «ανθρώπινων πόρων» και των «δεξιοτήτων».  Αυτό είναι που μας επιτρέπει, θεωρητικά, να προτείνουμε την έννοια της «κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας». Με άλλα λόγια, το καπιταλιστικό σύστημα δεν περιορίζεται πλέον παρά μόνο από το ίδιο το κεφάλαιο και όχι από μια διαδικασία εργασίας του οποίου προϋπάρχει. Το κεφάλαιο μπορεί επομένως να επεκταθεί σε ολόκληρη την κοινωνία και τον ολόκληρο τον κόσμο. Ως εκ τούτου, και πάλι, η αντίληψή μας περί «κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας». Η αύξηση του πλασματικού κεφαλαίου σε σχέση με το «πραγματικό πλούτο" είναι ένα σημάδι της τάσης της αυτο-προϋπόθεσής του. Η αξία έγινε άυλη. Η ύπαρξη ενός μεταλλικού νομίσματος που αντιστοιχούσε στην υλιστική άποψη των κλασικών οικονομολόγων και του ίδιου του Μαρξ , έχει δώσει τη θέση της σταδιακά από το 1971 και το τέλος της μετατρεψιμότητας του δολαρίου, σε μια συμβατική άποψη του νομίσματος. Αυτό το σχέδιο δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τον Μαρξ, για τον οποίο η μετατρεψιμότητα του νομίσματος τέθηκε ως αξίωμα, το χρήμα είναι μόνο ένα μέσο για την κυκλοφορία των αξιών που είναι ήδη υπαρκτές ή μελλοντικές μέσω των πιστώσεων.
Το πλασματικό κεφάλαιο είναι μια μορφή που επιδιώκει να χειραφετηθεί από κάθε ζωντανή εργασία.  Είναι μια τάση που ο Μαρξ είχε ήδη επισημάνει, αλλά το είχε θεωρήσει μόνο ως ένδειξη της προσωρινής οικονομικής κρίσης δεδομένου ότι το η ζωντανή εργασία ήταν ακόμα κινητήρια δύναμη της αξιοποίησης.  Σήμερα η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας είναι η κανονική κατάσταση της λειτουργίας της, όπως ήταν ο πληθωρισμός κατά την προηγούμενη φάση.  Αλλά θα ήταν λάθος να μην δούμε ότι αυτό που συνδέει την τρέχουσα περίοδο με την προηγούμενη, είναι η ανάπτυξη του πλασματικού κεφαλαίου. Ένα μεγάλο λάθος των συνεπών πολιτικών δεδομένου ότι οδηγεί στην θέληση να αναβιώσει η ευλογημένη ώρα του φορντισμού και της σπουδαιότητας της εργασίας. Σήμερα, δεν υπάρχει αποσύνδεση μεταξύ της πραγματικής οικονομίας και της χρηματιστικής οικονομίας, αλλά ενότητα των δύο μέσα στην ισοτιμία του συνόλου των κεφαλαίων .
Είναι αυτή η πτυχή, η πηγή της ανισορροπίας, στο βαθμό που ο νέος χρηματοπιστωτικός τομέας δεν είναι μόνο παγκόσμιος αλλά και υπερ-ιδιωτικοποιημένος σε δίκτυα ροής αποτελούμενα από ένα συνεχώς ανανεούμενο φάσμα χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Πολλές από αυτές τις ροές κυκλοφορούν μέσα από μια πλήρη αδιαφάνεια που έχει διευκολυνθεί από την ανάπτυξη του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα, από την ύπαρξη ενός Αμερικανικού τραπεζικού συστήματος χωρίς ελέγχους πίστωσης από την κεντρική τράπεζα και το οποίο αποτελείται κυρίως από τις ιδιωτικές τράπεζες που δεν μπορούν να επικαλεστούν, ως αποθεματικό, το στρώμα των λιανικών καταθέσεων. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό μιας κάποιου είδους αποσύνδεσης, αλλά μια δυσκολία που αντιμετωπίζει το πλασματικό κεφάλαιο για να βρει την κοινωνική του επικύρωση.  Αυτό είναι λογικό από τη στιγμή που τείνει να γίνει ανεξάρτητο από τη βάση της νομισματικής ρευστότητας, δηλαδή, την  ζωντανή εργασία.  Ωστόσο, αυτή η αυτονόμηση και η σταθεροποίησή του δεν  μπορεί να επιτευχθεί παρά σε μια φάση της εμπιστοσύνης  η οποία από τα τέλη της δεκαετίας του '80, υπήρξε η βάση για την ανάπτυξη σχεδίων για την εξοικονόμηση των εργαζομένων.
Επιπλέον, δεν τελειώνει με τα παράγωγα προϊόντα σε μια κοινωνία που τείνει να γίνει κοινωνία του κινδύνου και της αβεβαιότητας, διότι είναι η φύση των παράγωγων προϊόντων που προστατεύουν από κάθε κίνδυνο αστάθειας των τιμών συμπεριλαμβανομένης της δύναμης της εργασίας όταν με τη λήξη του Φορντισμού εισάγεται η ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις και τους μισθούς προς μια μορφή ολοκλήρωσης και κυριαρχίας.
Τα παράγωγα προϊόντα είναι επομένως μια έκφραση ενός νέου τρόπου παραγωγής και ανταλλαγής .  Είναι αυτή η πτυχή που αμφισβητείται από τους ορθόδοξους νεοκλασικούς, όπως και τους ορθόδοξους μαρξιστές.  Φαίνεται ότι επαναλαμβάνει η ίδια συζήτηση με τον XVIII ου αιώνα, όταν οι Φυσιοκράτες επέκριναν τους υποστηρικτές της εκβιομηχάνισης, λέγοντας ότι δεν μπορούν να φάνε τις μηχανές! Ο τρόπος σκέψης τους,  που συνδέεται με μια οπτική αμιγώς φυσική της παραγωγής, είναι παρόμοια με τους βιομηχάνους του σήμερα, που όχι μόνο θέτουν το ζήτημα της παραγωγικής πτυχής της εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, αλλά δεν θέτουν ακόμη το ζήτημα της πιθανότητας ενός παραγωγικού χαρακτήρα της χρηματιστικής δραστηριότητας.  Ωστόσο τα παράγωγα προϊόντα είναι οι παραγωγοί των πληροφοριών στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Όχι μόνο δεν υπάρχει καμία αποσύνδεση, αλλά είναι μέρος μιας προσπάθειας συντονισμού των δραστηριοτήτων. Η πληροφορία γίνεται η ίδια ένα «συντελεστής παραγωγής»  όταν οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δεν χάνονται και όταν το γεγονός της κατανάλωσης δεν την καταστρέψει.
Είναι που σήμερα το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν είναι πλέον αυτό που καθορίζεται από τον Hilferding , δηλαδή η συγκέντρωση μεταξύ βιομηχανικού κεφαλαίου και τραπεζικού κεφαλαίου, αλλά η συγχώνευση των λειτουργιών του χρήματος (ανταλλαγή, αποταμιεύσεις, επενδύσεις).  Ωστόσο σ’ αυτή την συγχώνευση των λειτουργιών αντιστοιχεί  μια διάσταση  των στρατηγικών μεταξύ των παραγωγικών επενδύσεων και των χρηματιστικών επενδύσεων που διατηρεί την ιδέα της αποσύνδεσης. Αναπτύσσεται επομένως ένας μυστικισμός για την "πραγματικότητα" που αποτελούν η παγκόσμια οικονομία και η οργάνωσή της φαινομενικά τόσο καθησυχαστική.  Νομισματικές και χρηματιστικές δραστηριότητες είναι μια σταθερή απειλή για αυτή την οργάνωση, δεν είναι μόνο διότι τη θέτει σε κρίση, αλλά και επειδή είναι βασισμένες στο παιχνίδι, τη διεστραμμένη απόλαυση, ένα είδος σατανισμού,  με λίγα λόγια,  το κακό.
Ο Αληθινός καπιταλισμός είναι ότι ο προτεσταντικός καπιταλισμός της θεωρίας του Max Weber, ένας καπιταλισμός της εργασίας και της εξοικονόμησης που έχει συσταθεί με προσεκτικό τρόπο και επενδύει. Ένα "ιδανικός τύπος» που συνδέεται με "το πνεύμα του καπιταλισμού", παραγωγός της ακεραιότητας, του ορθολογισμού σε ένα πεδίο οργανωμένο και λειτουργικό. Αυτό που συμβαίνει τώρα ως εκ τούτου μοιάζει με μια παραφροσύνη (των αισθήσεων;) που πρέπει να διορθωθεί.[…]

[…] ο "χρηματοπιστωτικός τομέας "έχει γίνει ένας κινητήριος μοχλός του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Από το 1980, οι χρηματιστικές συναλλαγές αφορούν περισσότερα χρήματα από τα κεφάλαια που επενδύθηκαν στην παραγωγή υλικών αγαθών ή άυλων. Χρηματιστηριακές αγορές και πωλήσεις συνδέονται πλέον με μια αξιοποίηση, εξίσου  τυχαία, του παραγωγικού κεφαλαίου με την αυστηρή έννοια του όρου.
Από αυτή την άποψη, η αναφορά σε «χρηματιστική λογική» με την υποτιμητική έννοια όπως κάνει η «αριστερά» και άλλοι της αντι-παγκοσμιοποίησης είναι ιδιαίτερα άδικη γιατί προϋποθέτει μια οικονομική λογική μη χρηματιστική για  να της αντιταχθεί. Ωστόσο, ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι συνυφασμένος με το κεφάλαιο, όπως ο καπιταλισμός είναι μια νομισματική οικονομία, τα χρήματα δεν είναι απλά ένα μέσο συναλλαγής, αλλά και ένα μέσο της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να κάνει χωρίς τη νομισματική πίστωση που προσδοκά στο μέλλον χρηματικό κέρδος. Αλλά σήμερα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας περιλαμβάνει μια ιδιαίτερη μορφή της καπιταλιστικής ανάπτυξης και αξιοποίησης της: το χρηματικό κέρδος δεν καθορίζεται κυρίως από το ποσοστό του κέρδους μόνο των επιχειρήσεων. Όμως, η φαινομενική αποσύνδεση είναι  (γι αυτό μιλάμε για αυτονόμηση) διότι, αν το ποσοστό του κέρδους δεν αποτελεί πλέον το βασικό δείκτη, η δύναμη των εταιριών εκφράζεται με άλλα μέσα και μια τάση για την επαν-αξιοποίηση από μικροοικονομική σκοπιά, απ’ όπου και η μόδα των ειδικών.  Στην πραγματικότητα, η χρηματοπιστωτική αγορά είναι συμπληρωματική προς την σφαίρα της παραγωγής, στο βαθμό που η λειτουργία της είναι η διασφάλιση της ρευστότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που αντιπροσωπεύει το σταθερό παραγωγικό κεφάλαιο.

Αυτή η τάση της ρευστότητας είναι δυνατή από την άποψη της μικρο-οικονομικής, δηλαδή από τη σκοπιά του ατομικού ορθολογισμού. Σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, είναι θεμιτή η συμπεριφορά από πλευράς των μεμονωμένων οικονομικών παραγόντων. Αυτή η ρευστότητα των χρηματοοικονομικών τίτλων καθησυχάσει τους φόβους ότι η δράση του καθενός από τους άλλους παράγοντες, απειλεί την δική τους οικονομική ύπαρξη. Αλλά δεν είναι η συλλογική και μακρο-οικονομική άποψη, δηλαδή από τη στιγμή που η τάση αυτή συνεχισθεί απ’ όλους. Πράγματι, όταν αυτή η συμπεριφορά διαδίδεται από «μόλυνση», η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εμποδίζεται. Ο κόσμος του εμπορίου και ο χρηματιστικός απειλούνται διαρκώς από μια επιδείνωση της αντιπαλότητας. Από τη μία πλευρά, η συνέχιση των ανταλλαγών υποστηρίζει την εμπιστοσύνη και τη σαφήνεια των συμβάσεων και από την άλλη η γοητεία για κερδοσκοπική δραστηριότητα, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κινηθεί σε ένα από τα δύο. Για να μη σκοτώσει μια δύναμη που είναι ταυτόχρονα ο δυναμισμός του και η θανατική ποινή του. Ο Keynes είχε ιδιαίτερη επίγνωση αυτού του γεγονότος που οδηγεί τις χρηματοπιστωτικές αγορές να έχουν την τάση να επιλέγουν τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές και όχι τις μακροπρόθεσμες. Επιπλέον , όταν ρωτήθηκε αν οι βραχυπρόθεσμη παρεμβατική πολιτική ήταν επαρκής, απάντησε: «με οποιονδήποτε τρόπο, μακροπρόθεσμα, όλοι είμαστε νεκροί!».
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80, οι κεντρικές τράπεζες ήταν οι διαχειριστές αυτής της αμφιθυμίας. Έτσι, κράτησαν το πάνω χέρι, τουλάχιστον στην Ευρώπη, σχετικά με τις πιθανές καταχρήσεις, με έλεγχο της αγοράς χρήματος με διαδικασίες όπως η απαίτηση να κατέχουν οι τράπεζες «αληθινά» συναλλαγματικά αποθέματα στην κεντρική τράπεζα, σε αναλογία με το ποσό των δανείων τους και με τις πολιτικές της ανοικτής αγοράς, με τη μεταβολή των επιτοκίων με σκοπό τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας ή αντιστρόφως την επέκταση.
Το κυρίαρχο αγγλοσαξονικό σύστημα έχει εγγραφεί προς την κατεύθυνση της απορύθμισης, δεν μπορεί πλέον να κρατήσει τα δύο άκρα της αλυσίδας.

Απόσπασμα από το κείμενο:

Χρηματοπιστωτική κρίση και πλασματικο κεφαλαίο

Νοέμβριο 2008 , Temps critiques

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου